Ξεκινά η 48ωρη κακοκαιρία με καταιγίδες και θυελλώδεις ανέμους - Πότε θα βρέξει στην Αττική - Σε δύο ημέρες θα πέσει η βροχή ενός μήνα

Κόσμος 0

Deep Purple: Πώς οι νότες και ο θόρυβος άλλαξαν την μουσική ιστορία

deep_purple
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Η ασύλληπτη μουσική παρακαταθήκη των Deep Purple και το απύθμενο αποτύπωμα του σχήματος στον καλλιτεχνικό «χάρτη»

Τρίτη, 13 Οκτώβρη του 2026: Μια ημερομηνία-ορόσημο, διότι, οι θρύλοι της hard-rock μουσικής σκηνής, Deep Purple, θα κάνουν γι' ακόμη μια φορά -και πιθανότατα και τελευταία- την εμφάνισή τους στην Ελλάδα!

Πρόκειται για μια διαδρομή που μετρά περισσότερο από μισό αιώνα, 58 έτη για την ακρίβεια! Μέσα σε αυτό το ταξίδι, κυκλοφόρησαν albums και τραγούδια που σημείωσαν τεράστια επιτυχία, ξεπερνώντας τις 100 εκατομμύρια πωλήσεις. Ακόμη, πραγματοποίησαν αμέτρητες sold-out περιοδείες παγκοσμίως, επηρέασαν αμέτρητους καλλιτέχνες και εντάχθηκαν τόσο στο Rock & Roll Hall of Fame, όσο και στη βίβλο των ρεκόρ Γκίνες! 

Μάλιστα, από τα... σπλάχνα και τις συνεργασίες τους, γεννήθηκαν άλλα -σπουδαία- μουσικά σχήματα, όπως οι Whitesnake και οι Rainbow! Πραγματικά, πρόκειται για μια ξεχωριστή πορεία στη μουσική ιστορία και σας την παρουσιάζουμε: Αυτή είναι η ιστορία των -μυθικών πλέον- Deep Purple!

Όλα ξεκίνησαν το 1967, όταν ο Λονδρέζος επιχειρηματίας ονόματι Tony Edwards, αναζητούσε μέλη για ένα μουσικό σχήμα στο οποίο θα επένδυε. Μέσω της αναζήτησης, βρήκε έναν πληκτρά, με σπουδές γύρω από την κλασσική μουσική, τον Jon Lord. Ακολούθως, τον μπασίστα Nick Simper, τον ντράμερ Carlo Little, καθώς και έναν κιθαρίστα από το Αμβούργο, μέλος -μεταξύ άλλων- του σχήματος του θρυλικού Screaming Lord Sutch: Ο λόγος για τον «άνδρα με τα μαύρα», Ritchie Blackmore. Η παρουσία του Blackmore στο σχήμα ήταν κάτι παραπάνω από ξεχωριστή: Από νωρίς φάνηκε, όχι μόνο το άστρο του σαν καλλιτέχνης, μα και η «εκρηκτική» προσωπικότητά του. Τι κι αν ήταν «φρέσκος», μόλις 21 ετών; Συνέβαλε τα μέγιστα στην αντικατάσταση στη θέση του ντράμερ, απαιτώντας -σχεδόν- την πρόσληψη του Ian Paice. Μαζί με τον οποίο, πακέτο ήρθε και ο τραγουδιστής Rod Evans.

Ως τον Μάιο του 1968, όλα τα κομμάτια του παζλ είχαν ενωθεί: Το σχήμα είχε συμπληρωθεί και αυτό που έλειπε ήταν η ονομασία. «Deep Purple», όνομα το οποίο πρότεινε -ποιος άλλος- ο Blackmore, το οποίο ήταν το αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς του, από τον καλλιτέχνη Peter DeRose. Τον Ιούλιο του 1968 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους album με τίτλο «Shades of Deep Purple». Ήχος που θύμιζε τους Vanilla Fudge και παρουσιαστικό που έφερνε στα Βρετανικά pop σχήματα της εποχής (Kinks, Rolling Stones, Beatles, Faces) με μία πιο ψυχεδελική «πινελιά». Μεγάλη τους επιτυχία (ειδικά στη Β. Αμερική) η δική τους απόδοση στο τραγούδι «Hush» του Joe South. Το Δεκέμβρη του ίδιου έτους, κυκλοφόρησαν και το δεύτερό τους άλμπουμ, με τίτλο «The Book of Taliesyn». Τον Ιούνιο του 1969, έβγαλαν και τρίτο άλμπουμ, με τίτλο, τι άλλο: «Deep Purple».

Κατά την περίοδό τους στις ΗΠΑ στα πλαίσια της προώθησης του άλμπουμ, έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα σημάδια αλλαγής: Από την μία, ο Rod Evans... γλυκάθηκε από τη λάμψη του Hollywood και ήθελε να αλλάξει καριέρα, κυνηγώντας αυτή του ηθοποιού. Από την άλλη, το τρίο των Blackmore, Paice και Lord, επιθυμούσε την αλλαγή στον ήχο τους, επιδιώκοντας κάτι πιο «βαρύ». Το καλοκαίρι του 1969, έγιναν δύο κινήσεις-ματ: Οι Evans και Simper έφυγαν από το σχήμα και στη θέση τους, ύστερα από την παρότρυνση του Mick Underwood, ντράμερ του μουσικού σχήματος Episode Six, στις θέσεις τους εισήχθησαν οι Ian GIllan στα φωνητικά και Roger Glover στο μπάσο. Έτσι, η πιο χαρακτηριστική, αλλά και επιτυχημένη έκδοση του συγκροτήματος, είχε πλέον ολοκληρωθεί. Τα pop ρούχα ήταν πλέον παρελθόν και το συγκρότημα είχε μπει στο δικό του δρόμο.

Τον Σεπτέμβριο του 1969, οι Deep Purple, με τον Jon Lord στο τιμόνι του οδηγού, έκαναν κάτι εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή: Μαζί με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, παρουσίασαν το Concerto for Group and Orchestra στο Royal Albert Hall. Ένα κονσέρτο το οποίο είχε επιμεληθεί ο Lord και αποτελούνταν από τρία μέρη. Μετά από το ιδιαίτερο αυτό εγχείρημα, ήρθε και το πρώτο άλμπουμ της νέας έκδοσης του σχήματος, το «Ιn Rock». Ένας δίσκος βινυλίου, o oποίος, μαζί με τα «Paranoid» των Black Sabbath και «Led Zeppelin II» των Led Zeppelin, αποτελούν την τριάδα-θεμέλιο της heavy metal σκηνής. 

To καλοκαίρι του 1971 ήρθε η ώρα του επόμενου άλμπουμ με τίτλο «Fireball». Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η πεντάδα βρισκόταν στην Ελβετία, στα πλαίσια της ηχογράφησης του επόμενου άλμπουμ τους -και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών- με τίτλο «Machine Head». Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη Μοντρέ, παρακολούθησαν μια συναυλία του ξεχωριστού Frank Zappa και έγιναν μάρτυρες ενός αλλοπρόσαλου σκηνικού: Ένας άνδρας έβαλε φωτιά στην κορυφή του καζίνο του Μοντρέ, προκαλώντας πυρκαγιά. Το γεγονός αυτό έφερε και τη γέννηση ενός πραγματικού «ύμνου» της hard rock μουσικής και των απανταχού κιθαριστών: Το «Smoke On The Water».

Η επιτυχία του Machine Head ήταν κολοσσιαία και δυσθεώρητη. Οι τουρνέ επιμηκύνθηκαν, τα στάδια γέμιζαν και οι Deep Purple ήταν στο απόγειο της δόξας τους. Μάλιστα, ένα ακόμη χαρακτηριστικό τους ήταν οι εμφανίσεις τους αυτές: Το πάθος, η ενέργεια, οι αυτοσχεδιασμοί... Κάτι το οποίο φρόντισαν να αποδώσουν σε -σχεδόν- ολόκληρο τον κόσμο, μέσω ενός άλμπουμ. Το 1972, έγιναν το πρώτο -διάσημο- συγκρότημα που περιόδευσε στην Ιαπωνία. Από την τουρνέ αυτή, κυκλοφόρησαν το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ με τίτλο «Made in Japan». Μέσα από αυτή τη δουλειά (και κατά πολλούς καλλιτέχνες, όχι μόνο κριτικούς μουσικής, το κορυφαίο άλμπουμ ζωντανής μουσικής εμφάνισης όλων των εποχών) κατάφεραν να προσθέσουν ακόμη ένα λιθαράκι τους στο πάνθεον της μουσικής. Την ίδια χρονιά, μπήκαν και στα βιβλία Γκίνες, σημειώνοντας το ρεκόρ της πιο θορυβώδους μπάντας (117 dB σε συναυλία τους στο Λονδίνο). 

Η επιτυχία συνεχίστηκε, σε σαφώς πιο χαμηλούς ρυθμούς, με τα άλμπουμ «Who Do We Think We Are» το 1973. Όμως, οι εσωτερικές προστριβές, έφεραν τις αλλαγές στο αρχικό σχήμα. Οι Gillan και Glover θα αποτελούσαν παρελθόν και στη θέση τους θα έρχονταν οι Glenn Hughes και David Coverdale. Το νέο σχήμα κυκλοφόρησε στις αρχές του 1974 το άλμπουμ με τίτλο «Burn» και επικέντρωσε στην επιτυχία στη Β. Αμερική. Μάλιστα, ήταν οι headliners μιας επεισοδιακής συναυλίας το ίδιο έτος, το California Jam, κατά την οποία ο Ritchie Blackmore, έκαψε -κυριολεκτικά- τους ενισχυτές του και ανάγκασε εαυτόν και συμπαίκτες να φύγουν κακήν κακώς από την σκηνή!

Το επόμενο άλμπουμ κυκλοφόρησε με τίτλο «Stormbringer» και παρά το γεγονός ότι σημείωσε επιτυχία και άρεσε σε όλους, ο μόνος που έμεινε ανικανοποίητος ήταν ο Ritchie. Απογοητευμένος από την μουσική πορεία του σχήματος, ο Blackmore ανακοίνωσε την αποχώρησή του το 1975. Βέβαια, ο τετραπέρατος Ritchie, είχε ήδη έτοιμο το επόμενο εγχείρημά του, τους Rainbow, έχοντας στο πλάι του πρώτα τον Ronnie James Dio και αργότερα τον Cozy Powell, τον Jimmy Bain και τον Tony Carey. 

Από την άλλη, οι Purple συνέχισαν με νέο κιθαρίστα τον εξαιρετικά ταλαντούχο Tommy Bolin. Ένα ταλέντο το οποίο δυστυχώς, πάλευε με τους δικούς του δαίμονες κι έφυγε πρόωρα από τη ζωή, μόλις στα 25 του έτη. Με τον Αμερικάνο στο δυναμικό τους, κυκλοφόρησαν το εξαιρετικό «Come Taste the Band» το 1975, τελευταίο άλμπουμ της μπάντας ως το 1984. Έπειτα, καθένας ακολούθησε το δρόμο του: O Hughes πέρασε και από τους Black Sabbath, ο Coverdale δημιούργησε τους θρυλικούς Whitesnake, οι Lord και Paice συμμετείχαν στους Whitesnake, ενώ είχαν και μια εξαιρετική συνεργασία με τον Tony Ashton. Ο Ian Gillan είχε το δικό του -επιτυχημένο- project με κιθαρίστα τον γνωστό μας από τους Iron Maiden, Jannick Gers, ενώ έκανε και το πέρασμά του από τους Black Sabbath. Ο Glover, ήταν μέλος των Rainbow στο πλάι του Blackmore.

Από το πουθενά, το 1984 ανακοινώθηκε η επανένωση του πλέον επιτυχημένου -δεύτερου- σχήματος, με τουρνέ και δίσκο. Η δίψα του κόσμου, ήταν κάτι παραπάνω από μεγάλη. Το άλμπουμ που κυκλοφόρησε είχε τίτλο «Perfect Strangers» και σημείωσε ραγδαία επιτυχία σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Ακολούθησε και δεύτερο άλμπουμ το 1987 με τίτλο «The House of Blue Light», όπως και μια τουρνέ το 1988, η οποία γιόρταζε τα 20 χρόνια ζωής για το συγκρότημα. Πού όμως χώρος για χορούς και πανηγύρια, όταν τα μέλη «τρώγονται» μεταξύ τους; Ο λόγος για τους Blackmore και Gillan, oι οποίοι παρά την «μαγική» τους συνεργασία σε studio και σκηνή, δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν. Το 1989 ο Gillan απολύθηκε και στη θέση του ήρθε ο Joe Lynn Turner, πρώην τραγουδιστής των Rainbow. Με τον Turner κυκλοφόρησε και το άλμπουμ με τίτλο «Slaves and Masters» το 1990, ενώ το 1991 βρέθηκαν για πρώτη φορά στη χώρα μας. Μια συναυλία η οποία έλαβε χώρα στο «Απόστολος Νικολαΐδης» και κατά την οποία ο Jon Lord απένειμε φόρο τιμής στον Μάνο Χατζιδάκι, παίζοντας τη μελωδία από «Τα παιδιά του Πειραιά». 

Το 1993 οι Purple είχαν τα 25α του γενέθλια και τόσο οι Lord, Paice και Glover, όσο και οι εμπορικοί συνεργάτες των Purple, πίεζαν τον Blackmore για να δεχθεί την επιστροφή του Gillan, όπως κι έγινε. Η (3η) επιστροφή ήταν γεγονός, όπως και ένα νέο άλμπουμ, με τίτλο «The Battle Rages On...». Ο Blackmore παράτησε το συγκρότημα σύξυλο εν μέσω περιοδείας στην Ευρώπη και στη θέση του κλήθηκε ταχύτατα ο βιρτουόζος Joe Satriani, μέχρι ν' αντικατασταθεί κι αυτός από τον Steve Morse. Με τον Morse στην κιθάρα, οι Purple κυκλοφόρησαν 8 ακόμη άλμπουμ (ως το 2021). Ο Morse αποχώρησε το 2022 για οικογενειακούς λόγους και τη θέση του πήρε ο Simon McBride (παραμένει ως σήμερα στο γκρουπ). Το 2002, ο Jon Lord αποχώρησε από το συγκρότημα, με τη θέση του να παίρνει ο Don Airey. Ο Lord απεβίωσε το 2012. Προς τιμήν του, πρώην συνεργάτες, φίλοι και κυρίως, μέλη των Deep Purple, διοργάνωσαν το 2014 τη συναυλία με τίτλο «Celebrating Jon Lord».

Πάντως, το σενάριο έχει χαρούμενο τέλος. Παρά τις αμέτρητες συγκρούσεις και την παροιμιώδη ξεροκεφαλιά του Blackmore, η ιστορία αποκαταστάθηκε και θα «γράψει» θετικό φινάλε. Blackmore και Deep Purple «έθαψαν» οριστικά το τσεκούρι του πολέμου. Τον Αύγουστο που μας πέρασε, ο 81χρονος κιθαρίστας προσέγγισε τους παλιούς του συνεργάτες και πρότεινε να παίξουν για μια και τελευταία φορά μαζί στην σκηνή. Ο Gillan και οι υπόλοιποι το δέχθηκαν και στις 12 Αυγούστου του 2026, η παλιοφρουρά δέχθηκε τον «άνδρα με τα μαύρα» και όλοι μαζί έπαιξαν το Smoke On The Water, για χάρη των παλιών καιρών (και του εκλιπόντα Jon Lord). Η ιστορία πάντως «έγραψε». Μετά από πάρα πολλά, υπερβολικά πολλά χρόνια, έγινε αυτό που άπαντες οι φίλοι της μουσικής εύχονταν. Και είναι πραγματικά κρίμα που δεν το βιώσαμε νωρίτερα, σε μια καλύτερη ηλικία για τους καλλιτέχνες, εμείς που δεν προλάβαμε τη θρυλική αυτή πεντάδα.

Απόψε, ίσως τους δούμε για τελευταία φορά στο κλειστό T-Center του ΟΑΚΑ. Ίσως και όχι, μιας και καλλιτέχνες του πρεστίζ των Purple, το έχουν ως... κανόνα να «αψηφούν» το τι προστάζει η «μητέρα φύση». Καλλιτέχνες ασύλληπτου μεγέθους και ταλέντου, πραγματικοί «υπεράνθρωποι». Ό,τι και να επιφυλάσσει το μέλλον, σημασία έχει η πορεία: Αμέτρητες επιτυχίες, κορυφαίο θέαμα, εκατοντάδες ιστορίες. Μια ολόκληρη μουσική οικογένεια με πολλά «παιδιά» που βγήκαν από τα σπλάχνα των Deep Purple. Ταραχές και συγκρούσεις, απώλειες, επανενώσεις. 58 έτη είναι αυτά...
 

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

28η Οκτωβρίου: Τι ισχύει για τις απουσίες μαθητών σε γιορτή και παρέλαση

Σοφία Ζαχαράκη: «Διατηρούμε ανοιχτά σχολεία ακόμη και για δύο ή τρία παιδιά στην περιφέρεια»

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

κόσμος