Ανοιχτό άφησε ο Ντόναλντ Τραμπ το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας δημόσια ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει την υπόθεση, μετά τα διαδοχικά δημοσιεύματα για φερόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά και οικονομικές συναλλαγές.
Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε: «Το εξετάζουμε», προσθέτοντας ότι «δεν είμαστε ευχαριστημένοι», χωρίς να ανακοινώσει οριστική απόφαση ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Η τοποθέτηση μεταφέρει πλέον τη συζήτηση από τις πληροφορίες για εσωτερικές διαβουλεύσεις στην Ουάσιγκτον σε δημόσια επιβεβαίωση από τον ίδιο τον πρόεδρο, την ώρα που η πλευρά της Γκίλφοϊλ επιχειρεί να αντικρούσει τις καταγγελίες με αναλυτική δήλωση των νομικών εκπροσώπων της.
Η υπόθεση των 100.000 δολαρίων
Στο επίκεντρο βρίσκονται δημοσιεύματα της Wall Street Journal, σύμφωνα με τα οποία η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από τον Έρικ Ντίτερς, δωρητή και υποστηρικτή του Τραμπ, την καταβολή 100.000 δολαρίων για την εξόφληση λογαριασμού πιστωτικής κάρτας American Express, ενώ εκείνος επιδίωκε πρόσβαση και μεσολάβηση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Η εφημερίδα επικαλείται γραπτά μηνύματα για την οικονομική συνεννόηση, υποστηρίζοντας ότι υπήρχε προσπάθεια να περιοριστεί το εμφανές ίχνος της συναλλαγής. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συγκεκριμένη πληρωμή δεν πραγματοποιήθηκε.
Οι ισχυρισμοί αμφισβητούνται από την πλευρά της πρέσβειρας και δεν παρουσιάζονται ως διαπιστωμένες παραβάσεις.
Η απάντηση: «Ο Ντίτερς οφείλει περίπου 150.000 δολάρια»
Οι δικηγόροι της Γκίλφοϊλ, Τζέσι Μπινάλ και Ντέιβιντ Μ. Σουάρτς, υποστηρίζουν ότι η οικονομική διαφορά αφορά αμοιβές για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί πριν από την ανάληψη των διπλωματικών καθηκόντων της, κατά το 2024 και στις αρχές του 2025.
Κατά τη δική τους εκδοχή, ο Ντίτερς εξακολουθεί να της οφείλει περίπου 150.000 δολάρια, ενώ εξετάζονται νομικές ενέργειες για την είσπραξη του ποσού και ενδεχόμενες πρόσθετες αξιώσεις.
Απορρίπτουν επομένως την περιγραφή της υπόθεσης ως παροχής πολιτικής εξυπηρέτησης έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, υποστηρίζοντας ότι η Γκίλφοϊλ ζητούσε να πληρωθεί για εργασία που είχε ήδη πραγματοποιήσει.
Η σύμβαση και οι πρόσθετες υπηρεσίες
Στην ανακοίνωσή τους, οι νομικοί εκπρόσωποι αναφέρουν ότι ο Ντίτερς είχε προσλάβει τη Γκίλφοϊλ ως κεντρική ομιλήτρια στις εκδηλώσεις «Freedom Fest» στο Κεντάκι και ότι, στις 20 Μαΐου 2024, υπέγραψε σύμβαση με το πρακτορείο που διαχειριζόταν τις εμφανίσεις και τις αμοιβές της.
Η συμφωνία, σύμφωνα με την ίδια πλευρά, προέβλεπε αμοιβή 200.000 δολαρίων, με προθεσμία καταβολής την 31η Μαΐου 2024, ενώ ακολούθησαν πρόσθετες συμφωνίες για ομιλίες, στρατηγική επικοινωνία και υπηρεσίες συγκέντρωσης χρηματοδότησης.
Οι δικηγόροι υποστηρίζουν ότι πραγματοποιήθηκαν τμηματικές πληρωμές, χωρίς πλήρη εξόφληση, και επικαλούνται συμβάσεις, μηνύματα και ένορκη επιβεβαίωση τρίτου προσώπου. Τα σχετικά τεκμήρια, ωστόσο, δεν περιλαμβάνονται στο κείμενο της ανακοίνωσης που παρατίθεται.
Η πρόταση του ενός εκατομμυρίου και οι ιδιωτικές πτήσεις
Η πλευρά της Γκίλφοϊλ αναφέρει επίσης ότι ο Ντίτερς είχε προτείνει αμοιβή ενός εκατομμυρίου δολαρίων, προκειμένου εκείνη να βοηθήσει στην προβολή ιδιωτικής δικαστικής υπόθεσής του για ιατρική αμέλεια και να τη θέσει υπόψη κυβερνητικών αξιωματούχων, επιμένοντας ότι η πρόταση απορρίφθηκε.
Παράλληλα, απορρίπτει τις αιτιάσεις για μετακινήσεις με ιδιωτικά αεροσκάφη, υποστηρίζοντας ότι η πρέσβειρα είχε ζητήσει και ακολουθήσει οδηγίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και είχε συμμορφωθεί με τους κανόνες δεοντολογίας, αποδοχής δώρων και δήλωσης των σχετικών παροχών.
Στη δήλωση δεν παρατίθενται αναλυτικά στοιχεία για συγκεκριμένες πτήσεις, το κόστος τους ή την κάλυψη των δαπανών.
Ανοιχτή η απόφαση για το μέλλον της στην Αθήνα
Η δημόσια παρέμβαση του Τραμπ εντείνει την πίεση γύρω από την υπόθεση, χωρίς να συνιστά ανακοίνωση αποπομπής ή κρίση επί της βασιμότητας των καταγγελιών.
Το κρίσιμο επόμενο βήμα αφορά τόσο την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης για την παραμονή της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα όσο και την τεκμηριωμένη εξέταση των αντικρουόμενων ισχυρισμών, καθώς η πολιτική διαχείριση ενός διπλωματικού διορισμού και η διαπίστωση ενδεχόμενων παραβάσεων αποτελούν διαφορετικά ζητήματα.