Μια ιδιαίτερα σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη φέρνουν στο φως οι έρευνες στην Αίγυπτο, όπου εντοπίστηκε μια εκτεταμένη και σε μεγάλο βαθμό διατηρημένη βυζαντινή πόλη, ρίχνοντας νέο φως στην αστική και κοινωνική οργάνωση της εποχής.
Στην όαση Ντάχλα, στη δυτική έρημο, αρχαιολόγοι αποκάλυψαν συνοικίες που χρονολογούνται στον 4ο αιώνα μ.Χ., με οργανωμένο πολεοδομικό ιστό, οικιστικά σύνολα και θρησκευτικά κτίρια. Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζει βασιλική εκκλησία, καθώς και δρόμοι που διασταυρώνονται σε κάθετους άξονες, δημιουργώντας πλατείες και δημόσιους χώρους. Παράλληλα, εντοπίστηκαν νομίσματα, κεραμικά θραύσματα και εργαλεία, που αποτυπώνουν την καθημερινότητα και τις οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων.
Σύμφωνα με το αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, τα ευρήματα προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία για την περίοδο κατά την οποία η Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, φωτίζοντας πτυχές της κοινωνικής ζωής και της αστικής ανάπτυξης.
Εντός του οικισμού δεσπόζει βασιλική του 4ου αιώνα κοντά στην είσοδο της πόλης, ενώ έχουν εντοπιστεί και δύο πύργοι παρατήρησης, στοιχείο που υποδηλώνει οργανωμένη αμυντική δομή. Ο επικεφαλής της αποστολής, Μαχμούντ Μασούντ, ανέφερε ότι στην περιοχή καταγράφονται επίσης οχυρωμένες κατασκευές, κατοικίες με θολωτές στέγες και χώροι υποδοχής, ενισχύοντας την εικόνα μιας ανεπτυγμένης και πολυσύνθετης πόλης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανακάλυψη του λεγόμενου «σπιτιού του Τίσους», ενός διακόνου, το οποίο εκτιμάται ότι χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως οικιακή εκκλησία πριν από την ανέγερση της βασιλικής, καταγράφοντας την πρώιμη χριστιανική παρουσία στην περιοχή.
Στο ίδιο αρχαιολογικό πλαίσιο εντοπίστηκαν φούρνοι, κουζίνες, εργαλεία άλεσης, καθώς και νομίσματα με παραστάσεις βυζαντινών αυτοκρατόρων και χριστιανικά σύμβολα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και χρυσά νομίσματα της εποχής του Κωνστάντιου Β’, τα οποία χρονολογούνται στον 4ο αιώνα.
Παράλληλα, στην περιοχή της Μαρίνα ελ-Αλαμέιν, κοντά στην Αλεξάνδρεια, οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως 18 νέους τάφους, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των ταφικών μνημείων σε 48. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν λαξευτούς και λίθινους τάφους, κεραμικά αγγεία, αμφορείς, λυχνάρια, καθώς και μια γρανιτένια σαρκοφάγο μήκους 2,5 μέτρων.
Σε ορισμένες ταφές εντοπίστηκε και η πρακτική της «χρυσής γλώσσας», με χρυσά αντικείμενα τοποθετημένα στο στόμα των νεκρών, ένα στοιχείο που παραπέμπει σε ταφικά έθιμα της εποχής.
Ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά ευρήματα συγκαταλέγεται και άγαλμα Σφίγγας, καθώς και θραύσματα από παρόμοια μορφή από γύψο, ενώ ανθρώπινα οστά από τη σαρκοφάγο βρίσκονται υπό επιστημονική εξέταση.
Η Μαρίνα ελ-Αλαμέιν θεωρείται ότι ταυτίζεται με την αρχαία ελληνορωμαϊκή πόλη Λευκάσπις, η οποία αναπτύχθηκε από τον 2ο έως τον 4ο αιώνα μ.Χ., αποτελώντας σημαντικό λιμάνι της Μεσογείου.