Στη δραματική απολογία του κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1956, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία της προπαρασκευής εσχάτης προδοσίας εξαιτίας της συλλογής διηγημάτων «Βουρκωμένες Μέρες», ο Μενέλαος Λουντέμης ανακάλεσε τις σκληρές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας στην Αίγινα, όπου εργαζόταν ως ανήλικο σκλαβάκι από την ηλικία των 7 και 8 ετών.
Περιγράφοντας την ανελέητη εκμετάλλευση που υπέστη ως υπάλληλος φαρμακείου και υπηρετικό προσωπικό, αποκάλυψε πως διάβαζε κρυφά τη «Διάπλαση των Παίδων» για να μάθει γράμματα «με το αίμα του», ενώ παράλληλα βίωνε τη σωματική και ψυχολογική βία των αφεντικών του, οι οποίοι τον κατηγόρησαν άδικα ως «κλέφτη» για ένα χαμένο γάντι, την ίδια ακριβώς περίοδο που έχανε την άρρωστη αδελφή του στο νοσοκομείο.
Ακολουθεί το κομμάτι της απολογίας του Μενέλαου Λουντέμη:
.....Όταν τα παιδάκια μάθαιναν τα γράμματα με το ζόρι,
εγώ τα αγόραζα με το αίμα μου δουλεύοντας από 7 χρονών σκλαβάκι σε ξένα χέρια.
Οκτώ χρονών ήμουν υπάλληλος
σ’ ένα φαρμακείο στην Αίγινα, έκανα
τον φαρμακοτρίφτη, σκούπιζα, έκανα όλες
τις δουλειές του μαγαζιού κι ύστερα
το αφεντικό μου μ’ έστελνε να κάνω και τα ψώνια της κυρίας, να σφουγγαρίζω
και να κουβαλώ κάρβουνα.
Το αγόρι των αφεντικών μου είχε τη «Διάπλαση των Παίδων» κι εγώ τη διάβαζα κρυφά γιατί δεν με άφηναν να διαβάζω.
Μια μέρα μ’ έπιασαν που διάβαζα…
Ας είναι…
Είχα μια αδελφούλα στο νοσοκομείο άρρωστη και πέθανε.
Τότε η κυρά μου έχασε ένα γάντι.
Ένα μαύρο γάντι που χάθηκε.
Με βρίζανε και με χτυπούσαν γι’ αυτό
το γάντι.
Την τρίτη μέρα η αδελφούλα μου πέθανε. Βρήκα το γάντι που είχε πέσει πίσω από ένα έπιπλο και το έδωσα στην κυρά μου.
Ξέρετε τι μου είπαν τ’ αφεντικά μου; Κλέφτη, φοβήθηκες πως θα σε διώξουμε και μας έφερες το γάντι...