Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη στεγαστική κρίση στην Ευρώπη, καθώς τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν ότι το συνολικό κόστος στέγασης απορροφά κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Η κατάσταση γίνεται δραματική για τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, όπου το οικονομικό βάρος εκτινάσσεται και ξεπερνά το 50%, επιβεβαιώνοντας με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών έχει μετατραπεί σε βασικό παράγοντα επικίνδυνης οικονομικής ασφυξίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το λεγόμενο «κόστος στέγασης» δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ποσό του ενοικίου. Στον τελικό, συχνά εξοντωτικό λογαριασμό συνυπολογίζονται πάγια και ανελαστικά έξοδα, όπως οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας, η ύδρευση, η θέρμανση, οι συνδέσεις internet, τα κοινόχρηστα και οι δαπάνες συντήρησης. Πρόκειται για υποχρεώσεις που δεν μπορούν να αποφευχθούν και, όταν συνδυάζονται με τα συγκριτικά χαμηλότερα εισοδήματα της χώρας μας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, προκαλούν τεράστια επιβάρυνση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η ανάλωση του εισοδήματος παρουσιάζει αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα οικονομικά στρώματα, καθώς όσο αυξάνεται το εισόδημα τόσο υποχωρεί το ποσοστό που δεσμεύεται για τη στέγαση, αφήνοντας περιθώρια για τις υπόλοιπες ανάγκες. Αντίθετα, στα χαμηλά εισοδήματα το μερίδιο αυτό είναι δυσανάλογα τεράστιο, ενώ καθοριστικό ρόλο παίζει η ιδιοκατοίκηση, η οποία απαλλάσσει τα νοικοκυριά από το μεγαλύτερο μηνιαίο έξοδο, λειτουργώντας ως ανάχωμα απέναντι στην κρίση.
Η καθημερινότητα των πολιτών σημαδεύεται από την οικονομική στενότητα που οδηγεί σε εναλλασσόμενες πληρωμές —τον έναν μήνα το ρεύμα, τον επόμενο το νερό και αργότερα τα κοινόχρηστα— γεγονός που γεννά μεγάλες καθυστερήσεις και συσσώρευση οφειλών στις πολυκατοικίες. Παράλληλα, η ανάθεση της διαχείρισης σε επαγγελματικές εταιρείες απομακρύνει την άμεση επαφή ενοίκων και ιδιοκτητών, καθιστώντας δυσκολότερη τη συνεννόηση και την ταχεία επίλυση των τρεχόντων προβλημάτων.
Την ίδια στιγμή, η χώρα μας βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης και στον δείκτη της ενεργειακής φτώχειας, αγγίζοντας το 19%. Το φαινόμενο αυτό επιτείνεται δραματικά από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος είναι παλαιό, στερείται σύγχρονων προδιαγραφών ενεργειακής απόδοσης και εκτοξεύει στα ύψη τους λογαριασμούς θέρμανσης και ηλεκτρισμού, πλήττοντας εξίσου οικονομικά ασθενείς ιδιοκτήτες και ενοικιαστές.
Συνοψίζοντας, η σημερινή πραγματικότητα αποτυπώνει μια ασφυκτική κατάσταση όπου τα χαμηλά εισοδήματα «λυγίζουν» κάτω από το βάρος των παγίων δαπανών. Η ανακούφιση της κοινωνίας και η άρση του αδιεξόδου απαιτούν στοχευμένες παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την ουσιαστική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και, κυρίως, γενναία ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.