Το μπαρούτι σημαίνει «πυρίτιδα», αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά για τον έντονο θυμό: «Έγινε μπαρούτι».
Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, είναι αντιδάνειο: προέρχεται από το τουρκικό barut, το οποίο ανάγεται στο ελληνιστικό πυρῖτις (λίθος), δηλαδή «τσακμακόπετρα». Μια παλιά ελληνική λέξη πέρασε σε άλλη γλώσσα και επέστρεψε αλλαγμένη — από την πέτρα που έδινε σπίθα στην εκρηκτική ύλη.
Παράδειγμα: «Όταν έμαθε ότι ακυρώθηκε το ταξίδι τελευταία στιγμή, έγινε μπαρούτι».