Νέα δεδομένα έρχονται στο προσκήνιο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία οδηγούς, με την ανάγκη για πιο συστηματικούς ιατρικούς ελέγχους και καλύτερη ενημέρωση για τις αλλαγές στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Το ζήτημα της οδήγησης σε μεγαλύτερες ηλικίες επανέρχεται, καθώς οι συνθήκες στους ελληνικούς δρόμους έχουν αλλάξει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι εκπαιδευτές οδήγησης, η ηλικία από μόνη της δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο για την ικανότητα ενός ανθρώπου να οδηγεί με ασφάλεια.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews, η πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εκπαιδευτών Οδήγησης, Έφη Λέντζιου, υπογράμμισε ότι υπάρχουν άνθρωποι ακόμη και σε ηλικία 80 ετών που εξακολουθούν να διαθέτουν πολύ καλή οδηγική ικανότητα. Αντίθετα, η νεότερη ηλικία δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφαλούς οδήγησης.
Στο επίκεντρο η πραγματική κατάσταση κάθε οδηγού
Το ζητούμενο, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι να καθοριστεί ένα αυστηρό ηλικιακό όριο μετά το οποίο κάποιος θα πρέπει υποχρεωτικά να σταματά να οδηγεί.
Αυτό που χρειάζεται είναι ένας αξιόπιστος μηχανισμός αξιολόγησης, ο οποίος θα εξετάζει τις πραγματικές σωματικές και νοητικές ικανότητες κάθε οδηγού ξεχωριστά.
Με αυτόν τον τρόπο, η απόφαση για το εάν ένας άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να βρίσκεται πίσω από το τιμόνι θα βασίζεται στην κατάσταση της υγείας και στην οδηγική του ικανότητα και όχι αποκλειστικά στην ηλικία του.
Σύνδεση ΑΜΚΑ και ιατρικών δεδομένων
Στο πλαίσιο της συζήτησης για τη βελτίωση της διαδικασίας, η Έφη Λέντζιου πρότεινε να υπάρξει διασύνδεση του ΑΜΚΑ των οδηγών με την ΗΔΙΚΑ.
Μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας θα μπορούσε να υπάρχει πληρέστερη εικόνα για το ιατρικό ιστορικό κάθε οδηγού, ενώ οι γιατροί θα είχαν τη δυνατότητα, όπου απαιτείται, να παραπέμπουν τον ενδιαφερόμενο σε πρόσθετες εξετάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συγκεκριμένη διαδικασία στις μεγαλύτερες ηλικίες, όπου η κατάσταση της υγείας μπορεί να μεταβάλλεται και να επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης.
Ήδη, κατά την ανανέωση των αδειών οδήγησης, έχει αρχίσει να εφαρμόζεται διαδικασία screening, προκειμένου να εντοπίζονται περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται απαραίτητος ένας πιο αναλυτικός έλεγχος.
Για τους μεγαλύτερους σε ηλικία οδηγούς προβλέπεται ιατρική εξέταση από συγκεκριμένες ειδικότητες. Στις βασικές περιλαμβάνονται ο οφθαλμίατρος και ο παθολόγος, ενώ ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να απαιτηθεί εξέταση και από άλλες ειδικότητες. Στόχος είναι να διαπιστώνεται εάν ο οδηγός εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να κινείται με ασφάλεια στον δρόμο.
Δεν αρκούν μόνο οι ιατρικές εξετάσεις
Πέρα από την κατάσταση της υγείας, όμως, υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα: η εξοικείωση των μεγαλύτερων οδηγών με το σύγχρονο περιβάλλον οδήγησης. Πολλοί ηλικιωμένοι απέκτησαν το δίπλωμά τους πριν από αρκετές δεκαετίες, όταν οι δρόμοι, η σήμανση και οι κανόνες κυκλοφορίας ήταν διαφορετικοί από τους σημερινούς.
Η εγκατάλειψη της οδήγησης αποτελεί συχνά μια δύσκολη απόφαση για έναν άνθρωπο μεγαλύτερης ηλικίας.
Το αυτοκίνητο δεν είναι απλώς ένα μέσο μετακίνησης. Για πολλούς αποτελεί βασικό στοιχείο της καθημερινότητας και της ανεξαρτησίας τους, καθώς τους επιτρέπει να μετακινούνται χωρίς βοήθεια και να διατηρούν την κοινωνική τους ζωή. Έτσι, η στιγμή που κάποιος καλείται να αφήσει το τιμόνι μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ακόμη και όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ικανότητές του έχουν περιοριστεί.
Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, είναι η οικογένεια εκείνη που αντιλαμβάνεται πρώτη ότι ένας ηλικιωμένος οδηγός ενδέχεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες και εκφράζει ανησυχίες για την ασφάλειά του. Ωστόσο, η τελική κρίση για την ιατρική καταλληλότητα του οδηγού δεν ανήκει στον εκπαιδευτή οδήγησης.
Όπως εξήγησε η πρόεδρος της Ομοσπονδίας, εφόσον ένας οδηγός διαθέτει το απαιτούμενο πιστοποιητικό υγείας, ο εκπαιδευτής δεν μπορεί να ανατρέψει την ιατρική γνωμάτευση. Γι' αυτό και η αξιοπιστία των ιατρικών ελέγχων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η σωστή αξιολόγηση μπορεί να αποτελέσει το κρίσιμο φίλτρο για το εάν ένας οδηγός είναι σε θέση να συνεχίσει να οδηγεί με ασφάλεια ή εάν έχει έρθει η στιγμή να αφήσει οριστικά το τιμόνι.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς η ηλικία του οδηγού, αλλά η ικανότητά του να ανταποκρίνεται με ασφάλεια στις απαιτήσεις της σύγχρονης οδήγησης.