Απογοήτευση και αρνητικές εκπλήξεις αναμένεται να προκαλέσει σε χιλιάδες δικαιούχους η εφαρμογή της νέας ρύθμισης για τις συντάξεις χηρείας, καθώς αποδεικνύεται μια παροχή που αφορά εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό ασφαλισμένων. Παρά τις αρχικές κυβερνητικές εξαγγελίες για ουσιαστικό διπλασιασμό των αποδοχών, οι δικαιούχοι που θα δουν τελικά αυξήσεις στις συντάξεις Σεπτεμβρίου δε θα ξεπεράσουν τις 8.500 άτομα, στην πλειονότητά τους συνταξιούχοι του δημόσιου τομέα. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από 100.000 ασφαλισμένοι αποκλείονται πλήρως από τα ευεργετήματα του μέτρου λόγω των πολυάριθμων εξαιρέσεων που προβλέπονται.
Η επαναφορά του ποσοστού της σύνταξης στο 70% των αποδοχών του θανόντος (από το 35% που είχε διαμορφωθεί με τον νόμο Κατρούγκαλου 4387/16) τίθεται σε ισχύ υπό αυστηρές προϋποθέσεις, καθώς αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις όπου ο θάνατος επήλθε μετά τις 12 Μαΐου 2016. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη περιιορίζει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής, καλύπτοντας κυρίως περιπτώσεις του Δημοσίου, όπου οι υπηρεσίες του πρώην Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους εφάρμοζαν αυστηρά τη μείωση των παροχών στο ήμισυ μετά την παρέλευση της τριετίας, εφόσον υπήρχε παράλληλη συνταξιοδότηση εξ ιδίου δικαιώματος.
Στον αντίποδα, στον ιδιωτικό τομέα καταγράφηκε μια ιδιάζουσα κατάσταση, καθώς ο ΕΦΚΑ δεν προχωρούσε αυτομάτως στις προβλεπόμενες επανυπολογισμούς και μειώσεις μετά την τριετία. Ως αποτέλεσμα αυτής της αμέλειας, για περίπου 80.000 δικαιούχους δεν θα υπάρξει καμία απολύτως μεταβολή στα ποσά που λαμβάνουν, καθώς οι συντάξεις τους δεν είχαν υποστεί τη σχετική περικοπή στο 35%. Παράλληλα, από τις βελτιώσεις εξαιρούνται συλλήβδην όλοι οι παλαιοί συνταξιούχοι που έλαβαν την παροχή πριν από τον Μάιο του 2016.
Ιδιαίτερα δυσμενής είναι η θέση των συνταξιούχων και χηρών του ΟΓΑ, οι οποίες τίθενται εντελώς εκτός της ευνοϊκής ρύθμισης, καθότι η «βασική σύνταξη» του οργανισμού δεν αναγνωρίζεται ως εθνική σύνταξη στο νέο πλαίσιο. Ακόμη χειρότερα, για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης άμεσα ασφαλισμένου πριν από τις 13 Μαΐου 2016, η παροχή λόγω θανάτου περικόπτεται πλήρως με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας, αφήνοντας τις αγρότισσες χωρίς καμία οικονομική στήριξη.