Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική επαρχία και ιδιαίτερα οι απομακρυσμένες περιοχές της Ηπείρου βιώνουν τη συνεχή συρρίκνωση των βασικών δημόσιων και ιδιωτικών υποδομών, όπως τα σχολεία, τα ταχυδρομεία και τα τραπεζικά καταστήματα. Η υποχώρηση αυτή υποχρεώνει τους κατοίκους σε πολυδάπανες μετακινήσεις δεκάδων χιλιομέτρων προς τα αστικά κέντρα ακόμη και για απλές συναλλαγές. Στο πλαίσιο αυτό, μια νέα δυνατότητα που συνδέεται με την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού πλαισίου για τις υπηρεσίες πληρωμών φέρνει στο προσκήνιο τη παροχή υπηρεσιών ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής μέσω POS, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αγορά προϊόντων.
Η σχετική ρύθμιση, η οποία παρουσιάστηκε στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα, έχει προαιρετικό χαρακτήρα για τους επαγγελματίες και σχεδιάζεται ως συμπληρωματικό μέτρο. Ωστόσο, η εφαρμογή της συνεπάγεται σημαντικά πρακτικά εμπόδια, καθώς τα τοπικά καταστήματα, όπως τα παντοπωλεία ή τα καφενεία, ενδέχεται να μην διαθέτουν επαρκή ρευστότητα στο ταμείο τους, ιδιαίτερα σε μια εποχή που οι ηλεκτρονικές συναλλαγές επικρατούν. Επιπλέον, το ευρωπαϊκό πλαίσιο θέτει ανώτατο όριο ανάληψης τα 50 ευρώ, γεγονός που καθιστά σαφές ότι η υπηρεσία δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως ένα τραπεζικό κατάστημα ή ΑΤΜ για μεγάλες ανάγκες, όπως η πληρωμή συντάξεων.
Παράλληλα, η μεταφορά αυτής της ευθύνης στους τοπικούς εμπόρους εγείρει σοβαρά ζητήματα ασφάλειας και διαχείρισης κινδύνου. Ένας μικρός επαγγελματίας στην περιφέρεια δεν διαθέτει τις απαραίτητες υποδομές φύλαξης, θωρακισμένους χώρους ή υπηρεσίες χρηματαποστολών που διατηρούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Έτσι, προκύπτει ο προβληματισμός σχετικά με το ποιος αναλαμβάνει το κόστος και την ευθύνη αυτής της διαδικασίας, αλλά και το αν η συγκεκριμένη λύση θα λειτουργήσει ως ουσιαστική διευκόλυνση ή ως άλλοθι για την περαιτέρω απομάκρυνση των τραπεζών από τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
Σε ευρύτερο επίπεδο, το ζήτημα της πρόσβασης σε μετρητά αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην αρχιτεκτονική της σταδιακής ερήμωσης της υπαίθρου. Όταν οι ελλείψεις στις τραπεζικές υπηρεσίες συνδυάζονται με την απουσία δομών υγείας και παιδείας, η βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών πλήττεται καίρια. Η δυνατότητα παροχής μικροποσών από το κατάστημα της γειτονιάς μπορεί να προσφέρει μια πρόσκαιρη ανακούφιση, όμως το κύριο ζητούμενο παραμένει η διατήρηση των οργανωμένων υποδομών που επιτρέπουν στους κατοίκους να παραμένουν και να ευημερούν στον τόπο τους.