Η διαρκής άνοδος του κόστους διαβίωσης στην Ελλάδα δοκιμάζει έντονα τις αντοχές των νοικοκυριών, με τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες να δέχονται το ισχυρότερο πλήγμα. Τα πρόσφατα στοιχεία της έκθεσης «Ήλιος» του ΕΦΚΑ για τον μήνα Ιούλιο αποτυπώνουν το σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις μηνιαίες ασφαλιστικές παροχές και τις πραγματικές ανάγκες της καθημερινότητας, σε μια περίοδο όπου οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, στέγαση και ενέργεια παραμένουν υψηλές.
Η κατηγορία των συνταξιούχων χηρείας καταγράφει τις χαμηλότερες αμοιβές στο εγχώριο ασφαλιστικό σύστημα:
- Κύρια σύνταξη θανάτου: Διαμορφώνεται μόλις στα 633,37 ευρώ μεικτά κατά μέσο όρο.
- Επικουρικές παροχές: Η μέση επικουρική σύνταξη θανάτου ανέρχεται σε 128,62 ευρώ, ενώ το μέσο μέρισμα περιορίζεται στα 75,26 ευρώ.
Τα ποσά αυτά καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή την κάλυψη των βασικών λειτουργικών εξόδων για τα άτομα που διαβιούν αποκλειστικά με τις εν λόγω παροχές.
Η εικόνα στις συντάξεις γήρατος
Παρόμοια πίεση καταγράφεται και στη συντριπτική πλειονότητα των συνταξιούχων λόγω γήρατος. Παρά το γεγονός ότι η μέση κύρια σύνταξη γήρατος διαμορφώνεται στα 978,92 ευρώ, η διάμεση σύνταξη ανέρχεται στα 869,81 ευρώ. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι περισσότεροι από τους μισούς συνταξιούχους λαμβάνουν αποδοχές χαμηλότερες από τον μέσο όρο, με τον κύριο όγκο των εισοδημάτων να συγκεντρώνεται σταθερά στο εύρος μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ.
Η υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου επιβεβαιώνεται από τα επίσημα δεδομένα της Eurostat για την πορεία της ελληνικής οικονομίας: Την περίοδο 2021-2025, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα σημείωσε άνοδο ύψους 21,4%. Σε σχέση με την ΕΕ, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 60,8% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο συνδυασμός της αύξησης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και των χαμηλών ονομαστικών απολαβών, οδηγεί σε σταδιακή συρρίκνωση του πραγματικού εισοδήματος των συνταξιούχων, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα κάλυψης ακόμη και των βασικών καθημερινών αναγκών.