Η μεγάλη πυρκαγιά που ξεκίνησε από τον Άγιο Βασίλειο και επεκτάθηκε σε Βοιωτία και Δυτική Αττική παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας «megafire», σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΑΣΠ, Ευθύμιο Λέκκα. Μιλώντας στην ΕΡΤ, εξήγησε ότι η ταχύτατη εξάπλωση του μετώπου οφείλεται σε έναν συνδυασμό ακραίων φυσικών και μετεωρολογικών παραγόντων, που δυσχέραναν σημαντικά το έργο των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Όπως ανέφερε, η φωτιά έχει εξαπλωθεί σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη περιοχή, καλύπτοντας μεγάλο τμήμα της παράκτιας ζώνης και προχωρώντας προς την ενδοχώρα σε πλάτος που φτάνει τα 10 έως 15 χιλιόμετρα. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της διαδραμάτισαν οι θυελλώδεις άνεμοι, οι οποίοι έπνεαν με ταχύτητες 100 έως 120 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ κατά διαστήματα οι ριπές εκτιμάται ότι άγγιξαν ακόμη και τα 150 χλμ./ώρα.
Ο κ. Λέκκας υπογράμμισε ότι εξίσου σημαντικός παράγοντας ήταν η αδυναμία επιχειρήσεων των εναέριων μέσων, καθώς οι ακραίες συνθήκες δεν επέτρεπαν ασφαλείς πτήσεις. Όπως σημείωσε, η αεροπυρόσβεση αποτελεί περίπου το μισό της συνολικής προσπάθειας κατάσβεσης, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη της φωτιάς.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στο ιδιαίτερα ισχυρό μικροκλίμα που δημιουργήθηκε από την ίδια την πυρκαγιά. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΑΣΠ, οι θερμοκρασίες ξεπέρασαν τους 800 βαθμούς Κελσίου, κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σε αρκετές περιοχές έλιωσαν ακόμη και οι αλουμινένιες ζάντες οχημάτων. Οι συνθήκες αυτές καθιστούσαν εξαιρετικά επικίνδυνη ακόμη και την προσέγγιση των επίγειων δυνάμεων.
Αναφερόμενος στην πρόληψη, ο Ευθύμιος Λέκκας επισήμανε ότι οι καθαρισμοί μπορούν να γίνονται μόνο σε κρίσιμα σημεία και όχι στο σύνολο μεγάλων δασικών εκτάσεων, καθώς κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε επιστημονικά ενδεδειγμένο. Τόνισε, τέλος, ότι η αντιμετώπιση των ολοένα και συχνότερων ακραίων πυρκαγιών απαιτεί αξιοποίηση σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων και νέων τεχνικών πρόληψης και διαχείρισης.