Μια ιδιαίτερα επικριτική εικόνα για τις συνθήκες που επικρατούν στην Ακρόπολη παρουσιάζει σε εκτενές ρεπορτάζ της η γαλλική εφημερίδα Libération, κάνοντας λόγο για έναν από τους δημοφιλέστερους αρχαιολογικούς χώρους της Ευρώπης που δυσκολεύεται να εξυπηρετήσει τα εκατομμύρια των επισκεπτών του.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, όσοι ανεβαίνουν στον Ιερό Βράχο βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές ελλείψεις, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμες τουαλέτες, χώροι σκίασης ή δυνατότητα αγοράς νερού, γεγονός που γίνεται ακόμη πιο δύσκολο κατά τη διάρκεια των υψηλών θερμοκρασιών του καλοκαιριού.
Η εφημερίδα φιλοξενεί μαρτυρίες επισκεπτών, οι οποίοι εκφράζουν την απογοήτευσή τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, επισημαίνοντας ότι το υψηλό κόστος του εισιτηρίου δεν συνοδεύεται από τις αντίστοιχες υποδομές. Ορισμένοι αναφέρουν πως αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την επίσκεψή τους λόγω έλλειψης βασικών εγκαταστάσεων, ενώ άλλοι περιγράφουν τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οικογένειες με μικρά παιδιά και άτομα με κινητικές δυσκολίες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, με εργαζομένους να καταγγέλλουν ότι παραμένουν για ώρες εκτεθειμένοι στον ήλιο, ενώ κάνουν λόγο για σοβαρές δυσλειτουργίες στις υποδομές. Σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, οι τουαλέτες παραμένουν εκτός λειτουργίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ανελκυστήρας για άτομα με αναπηρία παρουσιάζει συχνές βλάβες και η είσοδος στον χώρο χαρακτηρίζεται από συνωστισμό και προβλήματα οργάνωσης.
Το ρεπορτάζ συνδέει την κατάσταση με την ανάθεση βασικών υπηρεσιών σε ιδιωτικούς φορείς, υποστηρίζοντας ότι, παρά την αύξηση της τιμής του εισιτηρίου και τη χρηματοδότηση που έχει διατεθεί για την αναβάθμιση των υπηρεσιών, η εμπειρία των επισκεπτών δεν έχει βελτιωθεί.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στα σχέδια για περαιτέρω ιδιωτική εκμετάλλευση υπηρεσιών στον αρχαιολογικό χώρο, όπως οι χώροι υγιεινής, οι θυρίδες φύλαξης και η εστίαση, αλλά και στις VIP ξεναγήσεις υψηλού κόστους που προσφέρονται εκτός ωραρίου λειτουργίας.
Το δημοσίευμα καταλήγει ότι η Ακρόπολη, η οποία υποδέχεται περισσότερους από 4,5 εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες του υπερτουρισμού και της εμπορευματοποίησης, θέτοντας ερωτήματα για το κατά πόσο διασφαλίζεται η ποιότητα της εμπειρίας σε έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς χώρους παγκοσμίως.