Οι Παρθενίες ήταν άνθρωποι με σπαρτιατικές ρίζες, οι οποίοι όμως δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως πλήρεις πολίτες.
Η περιθωριοποίησή τους οδήγησε σε σύγκρουση με την πατρίδα τους, εξορία και τελικά σε ένα μεγάλο ταξίδι προς τη Δύση. Εκεί, στις ακτές της Κάτω Ιταλίας, ίδρυσαν τον Τάραντα, μία από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας. Η ίδια πόλη έμελλε αργότερα να δώσει το όνομά της στη λέξη «ταραντούλα».
Η δύσκολη θέση των Παρθενιών στη Σπάρτη
Η ιστορία τους τοποθετείται στον 8ο αιώνα π.Χ., την εποχή του Πρώτου Μεσσηνιακού Πολέμου. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, η μακρόχρονη απουσία πολλών Σπαρτιατών πολεμιστών δημιούργησε προβλήματα στην κοινωνική ισορροπία της πόλης.
Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές για την προέλευσή τους. Μία αναφέρει ότι γεννήθηκαν από σχέσεις γυναικών της Σπάρτης με άνδρες χαμηλότερης κοινωνικής θέσης, την περίοδο που οι άνδρες πολεμούσαν. Μια άλλη υποστηρίζει ότι ήταν παιδιά ανδρών που δεν συμμετείχαν στον πόλεμο και θεωρήθηκαν ανάξιοι να έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Μια τρίτη εκδοχή συνδέει τη γέννησή τους με νέους άνδρες που επέστρεψαν προσωρινά στην πόλη για να διατηρηθεί ο πληθυσμός της.
Παρά τις διαφορές στις αφηγήσεις, το αποτέλεσμα ήταν κοινό: οι Παρθενίες θεωρούνταν Σπαρτιάτες στην καταγωγή, αλλά δεν είχαν την ίδια θέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Σε μια κοινωνία όπως η σπαρτιατική, αυτό αποτελούσε σοβαρή κοινωνική αδικία και δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια.
Η αποτυχημένη εξέγερση και η εξορία
Με αρχηγό τον Φάλανθο, οι Παρθενίες αποφάσισαν να οργανώσουν εξέγερση εναντίον της Σπάρτης. Το σχέδιό τους προέβλεπε επίθεση κατά τη διάρκεια των Υακινθίων, μιας μεγάλης θρησκευτικής γιορτής προς τιμήν του Απόλλωνα και του Υάκινθου στις Αμύκλες.
Ο Φάλανθος θα έδινε το σύνθημα φορώντας ένα χαρακτηριστικό δερμάτινο κάλυμμα στο κεφάλι του. Ωστόσο, το σχέδιο αποκαλύφθηκε πριν πραγματοποιηθεί. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας κήρυκας φώναξε δημόσια στον Φάλανθο να μην φορέσει το κάλυμμα, αποκαλύπτοντας ότι η συνωμοσία είχε γίνει γνωστή.
Η Σπάρτη, για να αποφύγει μια αιματηρή εσωτερική σύγκρουση, επέλεξε μια διαφορετική λύση: την απομάκρυνση των Παρθενιών. Τους επέτρεψε να φύγουν και να αναζητήσουν νέο τόπο εγκατάστασης.
Ο δρόμος προς την ίδρυση του Τάραντα
Πριν αναχωρήσει, ο Φάλανθος επισκέφθηκε το Μαντείο των Δελφών για να ζητήσει χρησμό, όπως συνηθιζόταν πριν από μεγάλες αποικιακές αποστολές.
Η απάντηση που έλαβε ήταν αινιγματική: θα ίδρυε πόλη εκεί όπου θα δεχόταν βροχή ενώ ο ήλιος θα έλαμπε.
Οι Παρθενίες ταξίδεψαν προς την Κάτω Ιταλία και έφτασαν στην περιοχή του σημερινού Τάραντα. Η τοποθεσία ήταν ιδανική: ένας ασφαλής κόλπος, πρόσβαση στη θάλασσα και εύφορη γη για καλλιέργεια και ανάπτυξη εμπορίου.
Ωστόσο, η περιοχή κατοικούνταν ήδη από τους Ιάπυγες, έναν τοπικό πληθυσμό που δεν υποδέχθηκε ειρηνικά τους νέους κατοίκους. Οι πρώτες ημέρες ήταν δύσκολες και οι συγκρούσεις συνεχείς.
Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο, ο Φάλανθος κάποια στιγμή απογοητεύτηκε και έγειρε το κεφάλι του στην αγκαλιά της συζύγου του Αίθρας. Εκείνη άρχισε να κλαίει και τα δάκρυά της έπεσαν πάνω του. Τότε θυμήθηκε τον χρησμό: είχε βρέξει πάνω του ενώ ο ουρανός παρέμενε καθαρός. Θεώρησε πως αυτό ήταν το σημάδι που περίμενε και πήρε ξανά θάρρος.
Οι Παρθενίες επικράτησαν και ίδρυσαν τον Τάραντα.
Από την εξορία στη μεγάλη ακμή
Ο Τάραντας ξεκίνησε ως μια αποικία εξόριστων Σπαρτιατών, όμως σύντομα απέκτησε δική του ταυτότητα. Η πόλη εξελίχθηκε σε ένα από τα ισχυρότερα ελληνικά κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας, με σημαντική ναυτική δύναμη, εμπορική δραστηριότητα και πολιτιστική ανάπτυξη.
Παράλληλα, η σχέση του ιδρυτή της με την πόλη δεν παρέμεινε πάντα ομαλή. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Φάλανθος αργότερα εκδιώχθηκε και από τον ίδιο τον Τάραντα, καταλήγοντας στο Βρινδήσιο, όπου βρήκε καταφύγιο στους Ιάπυγες, τους παλιούς αντιπάλους των πρώτων αποίκων.
Μετά τον θάνατό του, ένας χρησμός οδήγησε τους κατοίκους να μεταφέρουν τα οστά του στην πόλη, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν την προστασία της.
Η πόλη που άφησε το όνομά της στην "ταραντούλα"
Ο Τάραντας γνώρισε μεγάλη ακμή και έγινε γνωστός για τον πλούτο, το εμπόριο και τον πολιτισμό του. Η παραγωγή πορφύρας, τα πολυτελή υφάσματα και η ανάπτυξη των τεχνών συνέβαλαν στη φήμη του.
Αιώνες αργότερα, το όνομα της πόλης πέρασε στη γλώσσα μέσω της λέξης "ταραντούλα". Η ιταλική λέξη tarantola προέρχεται από τον Τάραντα και αρχικά αναφερόταν σε μια αράχνη της περιοχής, τη Lycosa tarantula. Από εκεί πέρασε στις ευρωπαϊκές γλώσσες και συνδέθηκε με τις μεγάλες αράχνες που σήμερα γνωρίζουμε ως ταραντούλες.