Η ελληνική γλώσσα διαθέτει πολλές λέξεις που, αν και δεν ακούγονται συχνά στην καθημερινή ομιλία, διατηρούν τη σημασία τους και χρησιμοποιούνται κυρίως στον γραπτό λόγο. Μία από αυτές είναι το ρήμα «βαυκαλίζω».
Η λέξη «βαυκαλίζω» σημαίνει καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες ελπίδες ή προσδοκίες, δημιουργώντας την εντύπωση ότι όλα θα εξελιχθούν ευνοϊκά, χωρίς αυτό να στηρίζεται στην πραγματικότητα. Μεταφορικά, σημαίνει επίσης ότι τρέφω αυταπάτες ή εξαπατώ τον εαυτό μου με ευχάριστες αλλά αβάσιμες σκέψεις.
Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «βαυκαλώ», που σημαίνει «νανουρίζω» ή «καθησυχάζω».