Η ελληνική γλώσσα διαθέτει πλήθος λέξεων που, αν και δεν χρησιμοποιούνται συχνά στη σύγχρονη καθημερινότητα, διατηρούν αναλλοίωτη τη σημασία και τη γλωσσική τους αξία. Μία από αυτές είναι η λέξη «οδίτης», ένας όρος με βαθιές ρίζες στην αρχαία ελληνική.
Η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό «ὁδός», που σημαίνει δρόμος, και το επίθημα -ίτης, το οποίο δηλώνει πρόσωπο που σχετίζεται με κάτι. Έτσι, οδίτης είναι εκείνος που βρίσκεται στον δρόμο, ο οδοιπόρος, ο ταξιδιώτης, ο άνθρωπος που διανύει μια πορεία.