Μια πρωτοφανή «μάχη για τη σύνταξη» δίνουν οι Έλληνες ασφαλισμένοι, οδηγώντας σε διαδοχικά ιστορικά ρεκόρ μαζικής εξόδου από την αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, μετά τις περίπου 210.000 αιτήσεις που καταγράφηκαν το 2025, το τρέχον έτος αναμένεται να κλείσει με νέο, ακόμη υψηλότερο ρεκόρ συνταξιοδοτήσεων, γεγονός που επιτείνει δραματικά το εγχώριο δημογραφικό πρόβλημα.
Αυτό συμβαίνει διότι η αγορά χρειάζεται πλέον περίπου 280.000 νέους εργαζόμενους ετησίως προκειμένου να αναπληρώσει όσους αποχωρούν και να καλύψει τις ανάγκες της ανάπτυξης. Το τεράστιο αυτό κενό απορροφάται κυρίως από τη συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής και η στροφή του τζίρου στα μεγάλα πολυκαταστήματα αναγκάζουν τους νέους, ιδίως στην περιφέρεια που ερημώνει, να στραφούν στις υπηρεσίες και το εμπόριο.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί οξύτατες ελλείψεις εργατικών χεριών, οι οποίες επιτείνονται από το χάσμα ψηφιακών και νέων δεξιοτήτων, τα απαγορευτικά ενοίκια που εμποδίζουν τη γεωγραφική κινητικότητα, τις χαμηλές αμοιβές και την έντονη εποχικότητα του τουρισμού.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στην ανησυχητική υπογεννητικότητα και τη γήρανση του πληθυσμού, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι πέρυσι σημειώθηκαν μόλις 67.000 γεννήσεις έναντι 130.000 θανάτων. Αυτή η ανισορροπία απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, περιορίζοντας τους εισφέροντες και τους καταναλωτές.
Ως άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής στενότητας αλλά και των νέων δεδομένων, σχεδόν 300.000 συνταξιούχοι έχουν επιστρέψει επίσημα στην εργασία, εκμεταλλευόμενοι την κατάργηση του πέναλτι στις αποδοχές τους από τον ΕΦΚΑ, τις φοροαπαλλαγές και την ανάγκη συμπλήρωσης του εισοδήματός τους για την επιβίωση. Παράλληλα, οι ασφαλισμένοι σταθμίζουν τα υπέρ και τα κατά για έξοδο το 2026 ή το 2027.
Από τη μία πλευρά, η άμεση συνταξιοδότηση προσφέρει ξεκούραση, λήψη εφάπαξ και αποφυγή τεκμηρίων, ενώ από την άλλη, η παραμονή στην εργασία εξασφαλίζει βελτίωση του συντάξιμου μισθού (λόγω αναπροσαρμογής με βάση τον μέσο μισθό) και μεγαλύτερο κλάσμα ανταποδοτικής σύνταξης για όσους προσεγγίζουν, αλλά δεν έχουν ξεπεράσει, την κρίσιμη 40ετία ασφάλισης.