Η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος μέσω της 35ετίας ή με τη χρήση δωρεάν πλασματικών ετών (όπως ανεργία, ασθένεια και εφεδρεία) μπορεί να διευκολύνει την έξοδο από την εργασία, ωστόσο κρύβει σοβαρές οικονομικές παγίδες για το τελικό ποσό της σύνταξης. Η βασική αιτία εντοπίζεται στα ποσοστά αναπλήρωσης, καθώς με 35 έτη ασφάλισης η ανταποδοτική σύνταξη περιορίζεται στο 37,31%, την ώρα που στην 40ετία αγγίζει το 50,01%.
Αυτή η διαφορά μεταφράζεται σε μηνιαία απώλεια 127 ευρώ για κάθε 1.000 ευρώ συντάξιμου μισθού, ενώ για υψηλότερες αποδοχές, όπως ένας μέσος μεικτός μισθός 3.000 ευρώ, οι απώλειες φτάνουν τα 381 ευρώ τον μήνα. Ακόμη μεγαλύτερο είναι το πλήγμα για όσους αποχωρούν με 25ετία ή με μειωμένη σύνταξη, καθώς οι απώλειες ενδέχεται να αγγίξουν τη μισή σύνταξη. Μάλιστα, η ζημιά αυτή δεν αποκαθίσταται πλήρως ακόμη και αν ο συνταξιούχος επιλέξει να εργαστεί μεταγενέστερα, αφού η όποια προσαύξηση δεν διορθώνει το αρχικό μειωμένο κλάσμα της ανταποδοτικής σύνταξης.
Προκειμένου να βελτιωθεί το κλάσμα ανταπόδοσης, οι ασφαλισμένοι προτρέπονται να αθροίζουν όσο το δυνατόν περισσότερα έτη, εξετάζοντας την εξαγορά «φθηνών» πλασματικών ετών. Παρόλο που το κόστος εξαγοράς μπορεί να είναι απαγορευτικό (π.χ. 36.000 ευρώ για 5 έτη με μισθό 3.000 ευρώ), υπάρχει η δυνατότητα νόμιμης μείωσής του, καθώς η αναγνώριση υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του προηγούμενου μήνα από την αίτηση· έτσι, η ανάληψη μιας εργασίας με χαμηλότερη αμοιβή έστω και για έναν μήνα μπορεί να μειώσει το κόστος εξαγοράς στο μισό.
Στο πλαίσιο αυτό, η αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας αποτελεί την πιο συμφέρουσα επιλογή, καθώς προσφέρει μια άτυπη «έκπτωση» ύψους 20%. Αυτό συμβαίνει διότι για τον στρατό υπολογίζονται 30 ημέρες ανά μήνα θητείας, ενώ ο ΕΦΚΑ απαιτεί 25 ημέρες για την αναγνώριση ενός μήνα και 300 ημέρες για ένα πλήρες πλασματικό έτος, επιτρέποντας έτσι τη γρηγορότερη και οικονομικότερη συμπλήρωση του απαραίτητου χρόνου ασφάλισης.