Την απόλυσή του από την «Εφημερίδα των Συντακτών» (ΕφΣυν) γνωστοποίησε ο γνωστός δημοσιογράφος Γιάννης Κιμπουρόπουλος.
Ο μέχρι πρότινος υπεύθυνος της στήλης «Ελεύθερος Σκοπευτής» έκανε γνωστό πως απολύθηκε έπειτα από οκτώ χρόνια συνεχούς παρουσίας, συνδέοντας την απομάκρυνσή του με τις πρόσφατες διοικητικές και μετοχικές αλλαγές στον εκδοτικό φορέα.
Σύμφωνα με την καταγγελία του, η απόλυση του ανακοινώθηκε αμέσως μετά την επιστροφή από την άδειά του. Όπως αναφέρει ο ίδιος, η διοίκηση της εταιρείας -η οποία τους τελευταίους επτά μήνες ανήκει κατά 51% στον όμιλο Μελισσανίδη- επικαλέστηκε ως λόγο ότι προκάλεσε «μεγάλο κακό στην εφημερίδα».
Ο δημοσιογράφος μάλιστα υποστηρίζει πως η κίνηση αυτή αποτελεί «αντίποινα» για το γεγονός ότι δημοσιοποίησε κρούσματα λογοκρισίας εις βάρος του, προσφεύγοντας παράλληλα στα πειθαρχικά όργανα της ΕΣΗΕΑ. Επιπλέον, καταγγέλλει ότι του κόπηκε άμεσα η πρόσβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα και το εταιρικό e-mail, εγείροντας ζητήματα παραβίασης των προσωπικών του δεδομένων (GDPR).
Το παρασκήνιο των απολύσεων στην Εφημερίδα των Συντακτών
Στο κείμενό του, ο δημοσιογράφος υπογραμμίζει πως η δική του απομάκρυνση δεν είναι μεμονωμένη, αλλά έρχεται να προστεθεί σε ένα κύμα απολύσεων και αποχωρήσεων που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα στην εφημερίδα.
Μεταξύ άλλων, αναφέρεται σε προηγούμενες περιπτώσεις συναδέλφων του, σημειώνοντας πως ακόμη αναμένουν να μάθουν τον «σπουδαίο λόγο» της δικής τους απομάκρυνσης, όπως αυτός προβλεπόταν στη συμφωνία μεταβίβασης του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών. Παράλληλα, εκφράζει την έντονη απογοήτευσή του για την αντιμετώπιση που έτυχε από τη διεύθυνση, κάνοντας λόγο για προσβλητική εργοδοτική συμπεριφορά απέναντι σε εργαζόμενους με πολυετή προσφορά.
Η καταγγελία του Γιάννη Κιμπουρόπουλου:
«Χθες, Τρίτη, 7 Ιουλίου 2026, επιστρέφοντας στην Η Εφημερίδα των Συντακτών μετά λίγες μέρες άδειας, η “διοίκηση” της εταιρείας που εκδίδει την πρώην συνεταιριστική ΕφΣυν και εδώ και επτά μήνες ανήκει κατά 51% στον όμιλο Μελισσανίδη, μου ανακοίνωσε την απόλυσή μου. Επειτα από 8 χρόνια ακριβώς. Ηταν το “δώρο” της για τα 66α γενέθλιά μου. Μου έδωσε και το χαρτί της απόλυσης, με ημερομηνία 7/7- όλα σωστά υπολογισμένα, κανονικά και με τον νόμο, που λένε, ως προς την αποζημίωση-. “Ποιος είναι ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο απολύομαι;” ρώτησα, επικαλούμενος τη συμφωνία πώλησης του 51% της ΕφΣυν, που εγγυόταν “απόλυση μόνο για σπουδαίο λόγο” (ακόμη περιμένουν να τον μάθουν οι ήδη απολυθέντες συνάδελφοι, Μάριος Διονέλλης, Τσακίρογλου Τάσος, Ποτούλα Μπουκουβάλα- εξαναγκασθείσα σε “οικειοθελή αποχώρηση”- Σπύρος Μανουσέλης, Γιώργος Δημητρακόπουλος, Κ. Καραγιαννίδης). “Εχεις προκαλέσει μεγάλο κακό στην εφημερίδα”, ήταν η απάντηση του CEO Σπύρου Κτενά και του Γενικού Διευθυντή της Εφημερίδας Σωτήρη Μανιάτη, Το “κακό” ήταν η καταγγελία του τελευταίου κρούσματος λογοκρισίας εις βάρος μου (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση στο μπλογκ μου https://kibi-blog.blogspot.com/2026/06/blog-post_27.html) and η αναφορά μου στα πειθαρχικά συμβούλια της συνδικαλιστικής ένωσής μου ΕΣΗΕΑ για όλα τα εις βάρος μου κρούσματα λογοκρισίας το τελευταίο τετράμηνο, εν είδει “τιμωρίας” για τη συλλογική διαμαρτυρία 60 εργαζόμενων- συνεταιριστών της ΕφΣυν για τις προηγούμενες απολύσεις.
Πήρα το χαρτί της απόλυσης, επιφυλάχθηκα να το υπογράψω σε μια δυο μέρες, επέστρεψα στο γραφείο μου στην εφημερίδα και γνωστοποίησα την απόλυσή στους συναδέλφους μου, η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι εξεπλάγησαν, μια κι ήταν γνώστες όλων όσα είχαν προηγηθεί. Υστερα, κάθισα να δουλέψω πάνω σε κάποιες εκκρεμότητες επικείμενης ειδικής έκδοσης – το “Δόγμα Τραμπ και οι ρωγμές του”- που πρέπει να τυπωθεί σε 2 μέρες. Ανακάλυψα πως ήταν αδύνατο, καθώς χωρίς καν να έχω υπογράψει την απόλυσή μου, είχε κοπεί η πρόσβασή μου και στο editorial, το σύστημα επεξεργασίας κειμένων, επιλογής φωτογραφιών, σύνθεσης των σελίδων της εφημερίδας, και στο εταιρικό email, μέσω του οποίου επικοινωνούσα τα τελευταία οκτώ χρόνια με εκατοντάδες πηγές, επαφές, γραφεία τύπου, συνεργάτες, αναγνώστες. Ενα σεβαστό κομμάτι της επαγγελματικής, δημοσιογραφικής ιστορίας μου βρίσκεται εκεί, “κατασχεμένο” παράνομα και κατά παράβαση της νομοθεσίας για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (GDPR). “Ετσι κάνει πάντα και για όλους ο όμιλος”, μου απάντησε ο CEO, πιστεύοντας προφανώς πως η επίκληση του “ομίλου” (Μελισσανίδη), δίνει κάποιας μορφής νομιμοποίηση στην παρανομία. Για την απρέπεια, την άξεστη και προσβλητική εργοδοτική (δυστυχώς και αντι-συναδελφική!) συμπεριφορά σε βάρος ανθρώπων που έχουν προσφέρει λίγα, μέτρια ή πολλά σε μια εφημερίδα που για 13 χρόνια πέτυχε το ακατόρθωτο με “μόνους εργοδότες τους αναγνώστες της”, δυστυχώς, δεν υπάρχει νομοθεσία που να απαγορεύει και να τιμωρεί αυτές τις συμπεριφορές.
Υποθέτω σήμερα ή αύριο, αν πάω να υπογράψω το χαρτί της απόλυσης, θα μου έχει κοπεί και η πρόσβαση στο κτίριο της εφημερίδας με την ηλεκτρονική κάρτα. Μάλλον θα χρειαστεί να μπω ως “επισκέπτης” για να πάρω τα πράγματά μου. Την ψηφιακή μνήμη μου, την αποθηκευμένη στον υπολογιστή που χρησιμοποιούσα επί 8 χρόνια, δεν ξέρω τι την περιμένει. Ελπίζω να μη χρειαστεί να επικαλεστώ τον νόμο για τα αυτονόητα.
Η “νέα εποχή” της ΕφΣυν προελαύνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Καταπάνω μας…»