Η μέθοδος αναπτύχθηκε πριν από περίπου 600 χρόνια στην περιοχή Kitayama, στη δυτική Ιαπωνία. Εκεί, η περιορισμένη διαθέσιμη γη και η έλλειψη νέων δέντρων οδήγησαν τους δασοκόμους στην αναζήτηση ενός πιο αποδοτικού τρόπου παραγωγής ξυλείας, χωρίς να εξαντλούν τα δάση.
Το σύστημα βασίζεται στον ιαπωνικό κέδρο (Cryptomeria japonica), ένα είδος που αναπτύσσεται γρήγορα και ανταποκρίνεται ιδανικά σε αυτή την τεχνική. Όταν το δέντρο φτάσει σε ύψος περίπου έξι έως επτά μέτρων, ο κορμός κόβεται σε συγκεκριμένο σημείο, ενώ αφαιρούνται όλα τα πλευρικά κλαδιά. Από τη βάση αυτή αναπτύσσονται νέοι, κατακόρυφοι βλαστοί, οι οποίοι κλαδεύονται συστηματικά ώστε να παραμένουν ίσιοι και χωρίς πλευρικά κλαδιά.
Με την πάροδο των χρόνων, το ίδιο δέντρο μπορεί να παράγει δεκάδες νέους κορμούς. Ένας ώριμος κορμός είναι δυνατόν να δημιουργήσει ακόμη και εκατό βλαστούς ταυτόχρονα, ενώ για μια πλήρη συγκομιδή απαιτούνται περίπου 20 χρόνια.
Το ξύλο που προκύπτει παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα. Είναι ιδιαίτερα πυκνό, ανθεκτικό αλλά και εύκαμπτο, ενώ η απουσία ρόζων και ατελειών το καθιστά εξαιρετικά ποιοτικό. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες στην κατασκευή παραδοσιακών ιαπωνικών κατοικιών, κυρίως σε κολώνες και στέγες, όπου απαιτούνταν μεγάλη αντοχή τόσο στους σεισμούς όσο και στην υγρασία.
Η ανάπτυξη του daisugi συνδέθηκε και με την αυξημένη ζήτηση για ξυλεία κατά τον 14ο αιώνα, όταν έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές το αρχιτεκτονικό ύφος sukiya-zukuri. Το συγκεκριμένο στυλ, εμπνευσμένο από τα παραδοσιακά ιαπωνικά δωμάτια τσαγιού, απαιτούσε ξύλο εξαιρετικής ποιότητας και αισθητικής.
Η τεχνική, ωστόσο, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο κάτω από συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες. Ο ιαπωνικός κέδρος ευδοκιμεί στο υγρό κλίμα της Ιαπωνίας, όπου οι βροχοπτώσεις είναι άφθονες όλο τον χρόνο. Η ανάγκη για σταθερή υγρασία του εδάφους καθιστά δύσκολη την εφαρμογή της μεθόδου σε περιοχές με πιο ξηρό κλίμα, όπως η Ελλάδα.
Παρότι διαφέρει σημαντικά ως προς τον τρόπο εφαρμογής, το daisugi έχει κοινή φιλοσοφία με την πρεμνοφυή δασοπονία (coppicing), η οποία χρησιμοποιείται και στη χώρα μας σε δάση βελανιδιάς, καστανιάς και οξιάς. Στην περίπτωση αυτή, όμως, το δέντρο κόβεται χαμηλά στη βάση του, ενώ στο daisugi ο βασικός κορμός παραμένει ζωντανός και λειτουργεί ως υπερυψωμένη πλατφόρμα από την οποία αναπτύσσονται οι νέοι κορμοί.
Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα της ιαπωνικής τεχνικής είναι το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα. Επειδή το ριζικό σύστημα και ο βασικός κορμός δεν καταστρέφονται, το δέντρο συνεχίζει να ζει και να απορροφά διοξείδιο του άνθρακα, συμβάλλοντας στη διατήρηση του δάσους και περιορίζοντας τις συνέπειες της αποδάσωσης.
Στη σύγχρονη εποχή, το daisugi δεν χρησιμοποιείται πλέον για μαζική παραγωγή ξυλείας, αλλά θεωρείται σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ιαπωνίας. Οι κορμοί που παράγονται, γνωστοί ως Kitayama Maruta, εξακολουθούν να αξιοποιούνται σε παραδοσιακές κατοικίες, δωμάτια τσαγιού, κήπους και αρχιτεκτονικές κατασκευές υψηλής αισθητικής.
Παράλληλα, η τεχνική προσελκύει το ενδιαφέρον επιστημόνων που ασχολούνται με τη βιώσιμη διαχείριση των δασών. Σε μια περίοδο όπου η κλιματική αλλαγή και η αποδάσωση αποτελούν παγκόσμιες προκλήσεις, το daisugi εξετάζεται ως ένα πιθανό πρότυπο παραγωγής ξυλείας που προστατεύει τα δάση και μειώνει τη διάβρωση του εδάφους, προσφέροντας μια πιο φιλική προς το περιβάλλον εναλλακτική λύση.