Η λέξη «καλτάκα» προέρχεται από την τουρκική γλώσσα και αποτελεί έναν χαρακτηρισμό που χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε παλαιότερες εποχές για να περιγράψει μια γυναίκα με έντονα επιτηδευμένη εμφάνιση και συμπεριφορά που θεωρούνταν προκλητική σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής.
Ο όρος φέρει έντονο κοινωνικό και πολιτισμικό φορτίο, καθώς αντανακλά τις αντιλήψεις που επικρατούσαν γύρω από τη γυναικεία εικόνα και την ηθική. Για τον λόγο αυτό, η χρήση του σήμερα θεωρείται συχνά απαξιωτική ή ειρωνική, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίζεται ως παρωχημένος χαρακτηρισμός.
Παράδειγμα χρήσης: «Η Μαρία εμφανίστηκε στο πάρτι σαν καλτάκα, με έντονο μακιγιάζ και προκλητικά ρούχα».
Η συγκεκριμένη λέξη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το λεξιλόγιο διατηρεί στοιχεία των κοινωνικών αντιλήψεων κάθε εποχής, αποτυπώνοντας όχι μόνο την περιγραφή μιας εμφάνισης, αλλά και τις αξιακές κρίσεις που τη συνόδευαν.