Κάποιες λέξεις κουβαλούν ολόκληρους μύθους μέσα τους. Η λέξη σισύφειος είναι μία από αυτές.
Προέρχεται από τον Σίσυφο, τον μυθικό ήρωα που καταδικάστηκε να σπρώχνει αιώνια έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, μόνο για να τον βλέπει να κατρακυλά ξανά.
Η λέξη σισύφειος σημαίνει: Εργασία ατελείωτη, εξαντλητική, μάταιη ή επαναλαμβανόμενη χωρίς οριστικό αποτέλεσμα.
Σήμερα χρησιμοποιείται μεταφορικά σε κοινωνικά, επαγγελματικά ή προσωπικά συμφραζόμενα.
Παράδειγμα:
«Η προσπάθεια να διορθώσει μόνος του το σύστημα έμοιαζε σισύφεια».