Η λέξη «νομενκλατούρα», με τις βαθιές ρίζες και το ισχυρό πολιτικό φορτίο, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται συχνά στον δημόσιο διάλογο για να περιγράψει συγκεκριμένες δομές εξουσίας. Αν και η προέλευσή της είναι ρωσική (nomenklatura), η έννοια που φέρει έχει ξεπεράσει τα σύνορα της εποχής της και των καθεστώτων που τη γέννησαν, αποτελώντας πλέον έναν όρο-κλειδί για την ανάλυση των πολιτικών και διοικητικών ελίτ.
Ιστορικά, ο όρος εδραιώθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και σε άλλα καθεστώτα του κομμουνιστικού τόξου. Εκεί, η νομενκλατούρα δεν ήταν απλώς μια αφηρημένη έννοια, αλλά ένα συγκεκριμένο σύστημα οργάνωσης. Αφορούσε:
Την επίσημη λίστα των κρατικών και κομματικών αξιωματούχων οι οποίοι επιλέγονταν για να στελεχώσουν τις πλέον νευραλγικές θέσεις του μηχανισμού.
Την ίδια την κυρίαρχη τάξη στελεχών, η οποία ασκούσε απόλυτο έλεγχο στο κράτος, το κόμμα και την οικονομική δραστηριότητα της χώρας.
Στη σημερινή εποχή, η χρήση της λέξης έχει διευρυνθεί, αποκτώντας έναν πιο περιγραφικό αλλά και επικριτικό χαρακτήρα. Όταν γίνεται λόγος για «νομενκλατούρα», η αναφορά εστιάζει πλέον σε μια κλειστή ελίτ ισχυρών προσώπων, η οποία διαθέτει την ικανότητα να αναπαράγει την εξουσία της μέσα από τους ίδιους τους μηχανισμούς του συστήματος.
Πλέον, ο όρος χρησιμοποιείται σπανίως με ουδέτερο τρόπο. Στη σύγχρονη δημοσιογραφική και πολιτική ορολογία, η «νομενκλατούρα» φέρει μια σαφώς αρνητική χροιά, καθώς συνδέεται άμεσα με:
Τη δυσκίνητη και συχνά αδιαφανή γραφειοκρατία.
Φαινόμενα ευνοιοκρατίας και προνομιακής μεταχείρισης ορισμένων μελών.
Τη λειτουργία εσωτερικών «κυκλωμάτων» εξουσίας, που λειτουργούν με γνώμονα τη διατήρηση των κεκτημένων τους.