Η λέξη «εσάνς» προέρχεται από τη γαλλική λέξη essence και χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα κυρίως με δύο βασικές σημασίες.
1. Άρωμα / Αρωματικό έλαιο
Η πιο συνηθισμένη χρήση της λέξης αφορά ένα συμπυκνωμένο άρωμα ή αρωματική ουσία, φυσική ή συνθετική, που χρησιμοποιείται σε τρόφιμα, γλυκά, ποτά ή καλλυντικά.
Παράδειγμα:
«Πρόσθεσα λίγη εσάνς βανίλιας στο γλυκό.»
Σε αυτή την περίπτωση, η εσάνς αποδίδει τη συμπυκνωμένη γεύση ή μυρωδιά ενός συστατικού.
2. Ουσία – το «απόσταγμα» ενός πράγματος
Λιγότερο συχνή στη σύγχρονη καθημερινή χρήση, αλλά παρούσα σε φιλοσοφικά ή παλαιότερα κείμενα, η λέξη «εσάνς» δηλώνει την ουσία ή το βασικό χαρακτηριστικό ενός πράγματος.
Δηλαδή, αυτό που το καθορίζει, το κάνει μοναδικό και του δίνει ταυτότητα.
Παράδειγμα (μεταφορικά):
«Η εσάνς του έργου βρίσκεται στο συναίσθημα που προκαλεί.»
Η λέξη «εσάνς» σημαίνει είτε:
συμπυκνωμένο άρωμα / γεύση, είτε
την ουσία και τον πυρήνα ενός πράγματος, ανάλογα με το πλαίσιο χρήσης.
Μια μικρή λέξη, με πλούσιο νόημα και… έντονη «γεύση».
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Διευθυντές καλούνται να δηλώσουν ποιοι εκπαιδευτικοί δεν έκαναν τηλεκπαίδευση και για ποιο λόγο
Μαρία Δούση