Η λέξη «μαψυλάκας» προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και είναι από εκείνες τις λέξεις που κουβαλούν έντονο νόημα και ειρωνική χροιά.
Κυριολεκτικά, «μαψυλάκας» σημαίνει αυτός που γαβγίζει μάταια, χωρίς αποτέλεσμα ή ουσία. Η λέξη σχηματίζεται από το «μάψ» (μάταια) και το «υλάκω» (γαβγίζω).
Μεταφορικά, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον άνθρωπο που επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια λόγια, φωνάζει ή διαμαρτύρεται χωρίς να επιτυγχάνει κάτι ουσιαστικό. Συχνά αποδίδει ειρωνικά την εικόνα κάποιου που κάνει θόρυβο, αλλά δεν έχει πραγματική δύναμη, επιχειρήματα ή αντίκρισμα στις πράξεις του.
Πρόκειται για λέξη που συναντάται σε αρχαία κείμενα, αλλά παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη, καθώς περιγράφει συμπεριφορές που συναντώνται και στη σύγχρονη δημόσια και πολιτική ζωή.