Το ρήμα «δέρκομαι» αποτελεί ένα ιδιαίτερο και σπάνιο μέρος του λόγου, με ρίζες στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Σημαίνει «βλέπω», και πιο συγκεκριμένα «διαβλέπω», «βλέπω καθαρά» ή «κοιτάζω προσεκτικά».
Αξιοσημείωτο είναι ότι το ρήμα χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, έστω κι αν οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται την προέλευσή του κάθε φορά που συναντούν τη λέξη «δράκος».
Στον αόριστο β’ χρόνο, ο τύπος του ρήματος είναι «ἔδρακον». Στην ελληνική μυθολογία, ο δράκος χαρακτηρίζεται από την ασυμβίβαστη παρατηρητικότητά του – δεν του ξεφεύγει τίποτα. Γι’ αυτό, όταν χρειαζόταν να φυλαχθεί κάτι ή κάποιος, η επιλογή για τη φρούρηση ήταν συχνά ένας δράκος.
Το «δέρκομαι» δείχνει πώς η ελληνική γλώσσα διατηρεί ζωντανά τα αρχαία στοιχεία της, συχνά μέσα από λέξεις που χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητά μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε την ιστορική τους προέλευση.