Η έννοια της
Όταν λέμε «σκαπετάω», εννοούμε ότι κάποιος καταφέρνει να φύγει, να ξεφύγει ή να δραπετεύσει. Είναι μια πιο ανεπίσημη εκδοχή των ρημάτων «διαφεύγω» ή «την κάνω». Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια εικόνα: κάποιον που περνάει την κορυφή ενός λόφου και χάνεται από το οπτικό πεδίο, σαν να εξαφανίζεται πίσω του.
Σχετικές λέξεις που προέρχονται από την ίδια ρίζα είναι: σκαπέτης (αυτός που σκαπετάει), σκαπέτισμα (η πράξη του να σκαπετάς), και σκαπουλάρισμα (παρόμοια σημασία με πιο ιταλικό άκουσμα).
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom