Η λέξη «ανακούρκουδα» χρησιμοποιείται για κάποιον που κάθεται σε στάση με βαθύ κάθισμα, όπου τα γόνατα είναι λυγισμένα και η στήριξη του σώματος επιτυγχάνεται συνήθως από τα δάκτυλα των ποδιών.
Την ίδια στιγμή, σημαίνει και οκλαδόν.
Έχει και τρίτη σημασία καθώς λέγεται για κάποιον που πέφτει ανάποδα και με το κεφάλι, ανάσκελα.