Λυσιτελής είναι ο ωφέλιμος, ο χρήσιμος, λυσιτέλεια η ωφελιμότητα και, όταν δρούμε λυσιτελώς, κοπιάζουμε, για να έχουν αποτέλεσμα αυτά που κάνουμε.
Ετυμολογία: λυσιτελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λυσιτελής
Παράδειγμα: Θα προβούμε στη λυσιτελή υλοποίηση του έργου.
Συνώνυμα
- χρήσιμος
- ωφέλιμος
- επωφελής
- τελεσφόρος
Ανώνυμα: αλυσιτελή
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Αλλαγές κορυφής στην εκπαίδευση της Αττικής: Χηρεύουν 3 θέσεις "κλειδιά"
Alfavita Newsroom