Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Εκτός κάδρου η Α' Λυκείου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ – «Τα παιδιά δεν είναι ακόμη ώριμα»