Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Επίδομα συνταξιούχων: Ποιοι θα δουν 150 ευρώ επιπλέον και ποιοι θα λάβουν 400 ευρώ για πρώτη φορά
Πέφτουν οι σοβάδες, διώκονται οι δάσκαλοι: Στο Πόρτο Ράφτη η ευθύνη βρίσκει τον εύκολο στόχο