Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Νέο πρόγραμμα ΔΥΠΑ: 8.000 επιδοτούμενες θέσεις εργασίας για ανέργους ηλικίας άνω των 55 ετών