Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Η μόδα αλλάζει: 10 παλιά ονόματα που επιστρέφουν
Γεράσιμος Σιάσος στο alfavita: «Δεν θα υπήρχε χώρα αν δεν υπήρχε Πανεπιστήμιο Αθηνών»