Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Σχολικές εκδρομές: Ο καθηγητής μπορεί να πάρει το κινητό από τα χέρια του μαθητή και να το κλείσει
Αρχαιολογικό μυστήριο στο Φάληρο: 79 άνδρες βρέθηκαν αλυσοδεμένοι και στοιχισμένοι σε μαζικό τάφο