Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Επαναφορά 13ου και 14ου Μισθού στους εκπαιδευτικούς: Η πρόταση που έχει γίνει
Αυτό είναι ίσως το πιο ερωτικό ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη