Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
ΗΜΜΥ: Ίδια επαγγελματικά δικαιώματα, αλλά χιλιάδες μόρια διαφορά στις βάσεις
Υπουργείο Παιδείας: Δεν επανέρχονται οι εκπαιδευτικοί στο Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας