Η λέξη «ανασκολοπίζω» ίσως να είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο.
Ας δούμε τι σημαίνει.
«Ανασκολοπίζω»
Η λέξη «ανασκολοπίζω» σημαίνει σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω.
Δράμα: Πέθανε η μητέρα του αστυνομικού όταν έμαθε για τη γυναικοκτονία και την αυτοκτονία
Υπουργείο Παιδείας: Μέσω gov.gr η ανάληψη υπηρεσίας για τους εκπαιδευτικούς