Μια σημαντική δικαστική απόφαση ανοίγει νέο δρόμο για τους δημόσιους υπαλλήλους που βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών και επιθυμούν να εργαστούν παράλληλα στον ιδιωτικό τομέα.
Με την υπ’ αρ. Α245/2026 απόφαση, το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι η άδεια άνευ αποδοχών δεν αποκλείει αυτομάτως τη χορήγηση άδειας άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Μάλιστα, στην υπόθεση που εξετάστηκε, το δικαστήριο έκρινε παράνομη την απόρριψη του αιτήματος δημόσιας υπαλλήλου και αναγνώρισε ότι από την παράνομη αυτή απόφαση προκλήθηκε ηθική βλάβη, επιδικάζοντας χρηματική αποζημίωση 3.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, η αμειβόμενη άσκηση ιδιωτικού έργου από δημόσιο υπάλληλο επιτρέπεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και απαιτείται προηγούμενη άδεια από την υπηρεσία.
Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί όταν το ιδιωτικό έργο είναι συμβατό με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου, δεν δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων ή πλήγμα στο κύρος της υπηρεσίας και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Παράλληλα, δεν πρέπει να πρόκειται για άσκηση εμπορικής δραστηριότητας. Το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ήταν διαφορετικό: τι συμβαίνει όταν ο δημόσιος υπάλληλος βρίσκεται ήδη σε άδεια άνευ αποδοχών;
Δημόσια υπάλληλος σε άδεια ανατροφής ήθελε να εργαστεί ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός
Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε πολιτική υπάλληλο της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία είχε λάβει άδεια άνευ αποδοχών για την ανατροφή του ανήλικου παιδιού της. Η υπάλληλος ζήτησε παράλληλα να της χορηγηθεί άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή, προκειμένου κατά το ίδιο χρονικό διάστημα να εργαστεί ως αναπληρώτρια καθηγήτρια με μειωμένο ωράριο, συνολικά 10 ώρες την εβδομάδα.
Το αίτημα για την άδεια ανατροφής έγινε δεκτό. Αντίθετα, το αρμόδιο Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα για την άσκηση ιδιωτικού έργου, θεωρώντας ότι η χορήγηση μιας τέτοιας άδειας θα αναιρούσε τον σκοπό της άδειας ανατροφής τέκνου.
Η υπάλληλος προσέφυγε στη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και ότι δεν υπήρχε πραγματική σύγκρουση μεταξύ των δύο αδειών. Όπως υποστήριξε, κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών δεν παρείχε υπηρεσία στην Ελληνική Αστυνομία, επομένως η εργασία της ως καθηγήτρια δεν θα επηρέαζε την εκτέλεση των υπηρεσιακών της καθηκόντων.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι το αρμόδιο Συμβούλιο δεν μπορούσε να προσθέσει επιπλέον προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας ιδιωτικού έργου πέρα από εκείνες που προβλέπει ο νόμος.
Τι έκρινε το Διοικητικό Πρωτοδικείο
Το δικαστήριο τάχθηκε υπέρ της υπαλλήλου, κρίνοντας ότι οι δύο άδειες δεν είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών για την ανατροφή τέκνου δεν αποκλείει από μόνη της τη δυνατότητα του υπαλλήλου να ζητήσει άδεια για την άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή.
Το δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, παράνομη την αρνητική απόφαση της Διοίκησης, καθώς – σύμφωνα με την κρίση του – πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας.
Η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους δημοσίους υπαλλήλους που βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών για διάφορους λόγους, καθώς το γεγονός ότι δεν παρέχουν προσωρινά υπηρεσία στο Δημόσιο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποκτούν τη δυνατότητα να εργαστούν αλλού χωρίς προηγούμενη άδεια. Το κρίσιμο, σύμφωνα με την απόφαση, είναι ότι η μία άδεια δεν αποκλείει αυτομάτως την άλλη.
Αποζημίωση 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη
Η απόφαση δεν περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η απόρριψη του αιτήματος ήταν παράνομη. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι από την παράνομη απόφαση της Διοίκησης προκλήθηκε ηθική βλάβη στην υπάλληλο και αναγνώρισε την υποχρέωση της Διοίκησης να της καταβάλει χρηματική αποζημίωση ύψους 3.000 ευρώ.
Για τον καθορισμό του ποσού συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι συνθήκες της υπόθεσης και η αναστάτωση που προκλήθηκε στην υπάλληλο, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το σκέλος της αγωγής που αφορούσε την αποζημίωση για το εισόδημα που, σύμφωνα με την υπάλληλο, έχασε επειδή δεν μπόρεσε να εργαστεί ως εκπαιδευτικός.
Για το συγκεκριμένο ζήτημα κρίθηκε ότι το δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να το εξετάσει μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας και ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία της Αίτησης Ακύρωσης.
Η συγκεκριμένη δικαστική κρίση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως αναφέρει ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, καθώς αποσαφηνίζει τη σχέση μεταξύ της άδειας άνευ αποδοχών και της άδειας άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή. Η απόφαση Α245/2026 φαίνεται να αποδέχεται ότι οι δύο άδειες μπορούν να συνυπάρχουν, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία, χωρίς η μία να ακυρώνει αυτομάτως τον σκοπό της άλλης.
Η κρίση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για αντίστοιχες υποθέσεις στο μέλλον και να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο εξετάζονται ανάλογα αιτήματα από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τα Υπηρεσιακά Συμβούλια.