Η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική δεκαετίες τώρα εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στη διαχείριση της εκπαιδευτικής καθημερινότητας και όπως δείχνει η πολιτική ιστορία της χώρας, φαίνεται να εγκλωβίζεται στον εκλογικό κύκλο. Η Παιδεία, όμως, απαιτεί θεσμούς με διάρκεια, στρατηγική με ορίζοντα δεκαετιών και αποφάσεις που στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα και ασφαλώς όχι σε συγκυριακές πολιτικές σκοπιμότητες. Η Ελλάδα έχει ανάγκη, τώρα περισσότερο από ποτέ, μια νέα εθνική συμφωνία για την εκπαίδευση, η οποία θα υπερβαίνει τις κυβερνητικές εναλλαγές, θα υπερβαίνει ιδεολογικές και πολιτικές αντιθέσεις, θα υπερβαίνει συντεχνιακά και πελατειακά συμφέροντα και θα διαμορφώνει ένα σταθερό πλαίσιο ανάπτυξης του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις αφορά και πρέπει να αφορά τον τρόπο επιλογής του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, ζήτημα μείζονος σημασίας για την επιτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος. Σήμερα εξακολουθούμε να επιλέγουμε εκπαιδευτικούς σχεδόν αποκλειστικά με βάση την αποτύπωση όσων έχουν ήδη επιτύχει στο παρελθόν, δηλαδή με τίτλους σπουδών, προϋπηρεσία και εξεταστικές επιδόσεις. Όλα αυτά μπορεί να είναι απαραίτητα, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν και δεν αποδεικνύουν τη μελλοντική επίδοση στην εργασία. Η σύγχρονη επιστήμη της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού έχει αναδείξει την ανάγκη ανάπτυξης εργαλείων που επιχειρούν να προβλέψουν τη μελλοντική επαγγελματική απόδοση του υποψηφίου. Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική οφείλει να στραφεί σε συστήματα επιλογής που, πέρα από τις γνώσεις, αξιολογούν χαρακτηριστικά όπως η παιδαγωγική επάρκεια, η συναισθηματική νοημοσύνη, η συνεργατικότητα, η ηγετική δυναμική, η ανθεκτικότητα, η ηθική ακεραιότητα και η δυνατότητα διαρκούς επαγγελματικής εξέλιξης. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιος υπήρξε καλός φοιτητής, αλλά χρειάζεται να εκτιμούμε ποιος θα εξελιχθεί σε εξαιρετικό εκπαιδευτικό. Με άλλα λόγια ένα σύγχρονο σύστημα επιλογής εκπαιδευτικών και διευθυντών σχολικών μονάδων θα πρέπει, εκτός από γνώσεις, να ανιχνεύει δεξιότητες, στάσεις, ιδιότητες και αξίες.
Εν πρώτοις, ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να αποδίδεται στην επιστημονική κατάρτιση στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης καθώς και στην Εκπαιδευτική Ηγεσία, ιδίως όταν πρόκειται για την επιλογή στελεχών και προσώπων που πρόκειται να αναλάβουν θέσεις ευθύνης. Η διοίκηση ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού οργανισμού στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη προέκταση της διδακτικής εμπειρίας ούτε ως δεξιότητα που αποκτάται αυτομάτως με την πολυετή διδακτική υπηρεσία. Απαιτεί μία μεγάλη σειρά από τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όπως εξειδικευμένη επιστημονική γνώση, κατανόηση της οργανωσιακής συμπεριφοράς και κουλτούρας, γνώση της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού, διαχείρισης αλλαγών και κρίσεων, ανάπτυξης και παρακίνησης του προσωπικού, καθώς και ουσιαστική γνώση των σύγχρονων θεωριών και πρακτικών της εκπαιδευτικής ηγεσίας. Ιδίως για τις θέσεις διοικητικής και ηγετικής ευθύνης, δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιος υπήρξε καλός εκπαιδευτικός ή ποιος συγκέντρωσε περισσότερα χρόνια υπηρεσίας. Χρειάζεται να μπορούμε να εκτιμήσουμε ποιος διαθέτει τις επιστημονικές γνώσεις, τις ηγετικές ικανότητες, τις αξίες και το ανθρώπινο δυναμικό για να γίνει πραγματικά καλός ηγέτης εκπαιδευτικού οργανισμού.
Εξίσου αναγκαία θεωρώ τη θεσμοποίηση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας. Η χώρα χρειάζεται έναν πραγματικά ανεξάρτητο θεσμό, κατοχυρωμένο ακόμη και σε συνταγματικό επίπεδο, ο οποίος θα αποτελεί τον θεματοφύλακα της μακροχρόνιας εκπαιδευτικής στρατηγικής. Ένα συμβούλιο αποτελούμενο από κορυφαίους επιστήμονες της παιδαγωγικής, της διοίκησης της εκπαίδευσης, της αξιολόγησης, της εκπαιδευτικής πολιτικής και των συναφών επιστημών, με θεσμική συνέχεια και ανεξαρτησία από τις πολιτικές μεταβολές. Η διατήρηση της θεσμικής μνήμης είναι εξίσου σημαντική με την ανανέωση. Γι' αυτό ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε να συνδυάζει τη διαρκή παρουσία καταξιωμένων προσωπικοτήτων, Ελλήνων και ξένων, με τη σταδιακή ένταξη νέων επιστημόνων που διακρίνονται διεθνώς για το ερευνητικό και ακαδημαϊκό τους έργο. Μόνον έτσι η εκπαιδευτική πολιτική θα αποκτήσει συνέχεια, συνέπεια, συνοχή, επιστημονική τεκμηρίωση και ανθεκτικότητα απέναντι στις εναλλαγές της πολιτικής εξουσίας.
Παράλληλα, είναι καιρός να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τους μαθητές. Η κυριαρχία της αριθμητικής βαθμολογίας σε όλα ανεξαιρέτως τα γνωστικά αντικείμενα δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι όλες οι μαθησιακές εμπειρίες μπορούν να αποτυπωθούν με έναν αριθμό. Μαθήματα όπως η Φυσική Αγωγή, η Μουσική και τα Εικαστικά υπηρετούν πρωτίστως την ανάπτυξη δεξιοτήτων, στάσεων, δημιουργικότητας, αισθητικής καλλιέργειας, συνεργασίας και προσωπικής έκφρασης. Η περιγραφική αξιολόγηση μπορεί να αποδώσει πολύ ουσιαστικότερα την πρόοδο του μαθητή, να αναδείξει τα δυνατά του σημεία και να υποδείξει πεδία βελτίωσης, χωρίς να εγκλωβίζει τη μαθησιακή διαδικασία στη λογική της αριθμητικής κατάταξης και της σύγκρισης. Η αξιολόγηση οφείλει να υπηρετεί τη μάθηση και όχι να την περιορίζει.
Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί και στην χρόνια παραμελημένη τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση. Εάν επιθυμούμε ένα παραγωγικό μοντέλο οικονομίας που θα στηρίζεται στη γνώση, την καινοτομία και την εξειδίκευση, η επαγγελματική εκπαίδευση δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από την πραγματική οικονομία της χώρας. Απαιτείται ουσιαστική σύνδεση των σχολικών μονάδων και των δομών επαγγελματικής εκπαίδευσης με τη βιομηχανία, τις επιχειρήσεις, τα επιμελητήρια, τα ερευνητικά κέντρα και τις αναπτυσσόμενες τεχνολογικές δραστηριότητες της χώρας. Χρόνια τώρα στα ελληνικά παιδαγωγικά τμήματα γίνεται συνεχής μνεία και αναφορά στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα που διαθέτει κορυφαία τεχνική εκπαίδευση, η οποία επιλέγεται μάλιστα από ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών για τη βέβαιη επαγγελματική αποκατάσταση που εξασφαλίζει. Η πρακτική άσκηση, η μαθητεία και η συνεχής ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών σε συνεργασία με την αγορά εργασίας μπορούν να καταστήσουν την τεχνική εκπαίδευση πραγματική επιλογή προοπτικής και όχι λύση ανάγκης ή αποθήκη για τους μαθητές που δεν τα «καταφέρνουν».
Τέλος, η ελληνική εκπαίδευση χρειάζεται να μεταβεί από μια κουλτούρα διαχείρισης καταστάσεων σε μια κουλτούρα πρόβλεψης, σε μια κουλτούρα προμηθεϊκή. Οι μεγάλες αλλαγές που επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, η δημογραφική συρρίκνωση, η πράσινη μετάβαση και η διαρκής μεταβολή των επαγγελμάτων επιβάλλουν εκπαιδευτικές πολιτικές που σχεδιάζονται για το αύριο και όχι για το χθες. Η εκπαιδευτική διοίκηση οφείλει να αξιοποιεί δεδομένα μέσα από πολυκάναλα δίκτυα πληροφορίας και επικοινωνίας, να στηρίζεται στην επιστημονική έρευνα, να αξιολογεί συστηματικά τις δημόσιες πολιτικές και να προσαρμόζει τις αποφάσεις της με γνώμονα την αποτελεσματικότητα και το βέλτιστο συμφέρον των μαθητών.
Η εκπαίδευση αποτελεί τον σημαντικότερο αναπτυξιακό τομέα ενός έθνους, τον σημαντικότερο παράγοντα παραγωγής εθνικού πλούτου. Οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι εκείνες που αλλάζουν νόμους κάθε λίγα χρόνια, για να φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε έργο, αλλά εκείνες που δημιουργούν θεσμούς, καλλιεργούν κουλτούρα και οικοδομούν εμπιστοσύνη. Αν επιθυμούμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα αντάξιο των προκλήσεων του 21ου αιώνα, οφείλουμε να τολμήσουμε βαθιές θεσμικές τομές με επιστημονική τεκμηρίωση, πολιτική συναίνεση και μακρόπνοο εθνικό σχεδιασμό. Μόνο σε αυτή την περίπτωση η ελληνική εκπαίδευση θα μπορέσει να αποτελέσει πραγματικό μοχλό κοινωνικής συνοχής, οικονομικής ανάπτυξης και δημοκρατικής προόδου.