Σε μια δριμεία και παρεμβατική επιστολή προς την Υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ο εκπαιδευτικός με 32 χρόνια υπηρεσίας και πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Αμαρουσίου, Δημήτρης Πολυχρονιάδης, εξαπέλυσε σφοδρή κριτική για την κατάσταση που επικρατεί στη δημόσια εκπαίδευση.
Ο συντάκτης καταγγέλλει αφόρητες συνθήκες εργασίας και λειτουργίας στις σχολικές μονάδες, αποδίδοντάς τες στις κυβερνητικές πολιτικές που οδηγούν σε πληθωρικά τμήματα 25 μαθητών μέσω συγχωνεύσεων, παρά την υπογεννητικότητα, και σε δραματικές ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού, όπως τα πάνω από 700 κενά που καταγράφονται μόνο στη Διεύθυνση Π.Ε. Β΄ Αθήνας, συμπεριλαμβανομένης της παράλληλης στήριξης και του ΕΕΠ-ΕΒΠ.
Παράλληλα, στηλιτεύει την υπερβολική γραφειοκρατία, την υποχρηματοδότηση και την κατάργηση των σχολικών επιτροπών, ενώ καταδικάζει το κλίμα φόβου και τις πειθαρχικές διώξεις εναντίον χιλιάδων εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση, καλώντας τέλος την πολιτική ηγεσία σε ανοιχτό δημόσιο διάλογο για την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου.
Αναλυτικά η επιστολή:
Αξιότιμη Υπουργέ Παιδείας κα Σοφία Ζαχαράκη,
ως εκπαιδευτικός λειτουργός της Π. Ε. με τριανταδύο συναπτά έτη υπηρεσίας στην πλάτη αισθάνομαι την ανάγκη να υψώσω φωνή διαμαρτυρίας για τις αφόρητες συνθήκες εργασίας και καθημερινής λειτουργίας στις οποίες έχουμε περιέλθει οι εκπαιδευτικοί αλλά και τα σχολεία που υπηρετούμε, εξαιτίας των πολιτικών που υλοποιούνται από την κυβέρνησή σας και το ΥΠΑΙΘΑ του οποίου είστε επικεφαλής της πολιτικής του ηγεσίας.
Η καθημερινότητα των σχολικών μονάδων της χώρας καθημερινά βαίνει επιδεινούμενη τόσο εξαιτίας των ρυθμίσεων του νόμου 4692/2020 με τον οποίο αυξήθηκε το αριθμητικό όριο των μαθητών ανά τμήμα από 22 μαθητές σε 25 μαθητές όσο και εξαιτίας των τεράστιων ελλείψεων – μη κάλυψης των κενών – σε εκπαιδευτικό προσωπικό.
Συγκεκριμένα, ενώ η χώρα αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα υπογεννητικότητας με τα σχολεία μας να αδειάζουν στην κυριολεξία από μαθητές και μαθήτριες, η κυβέρνηση σας και το ΥΠΑΙΘΑ προχωράει σε αθρόες συγχωνεύσεις – συμπτύξεις τμημάτων με μεταφορές μαθητών από σχολείο σε σχολείο προκειμένου να πετύχει τον μέγιστο αριθμό στο τμήμα (πληθωρικά τμήματα με 25 μαθητές), χωρίς να εξασφαλίζεται ούτε στο ελάχιστο η πλήρης στελέχωση των σχολικών μονάδων με τους απαραίτητους εκπαιδευτικούς παράλληλης στήριξης με την κατάλληλη αναλογία (ένας εκπαιδευτικός παράλληλης στήριξης προς έναν μαθητή που διαθέτει γνωμάτευση των ΚΕΔΑΣΥ για πλήρη παράλληλη στήριξη), εφόσον με εγκύκλιο του ΥΠΑΙΘΑ χορηγείται ένας εκπαιδευτικός παράλληλης στήριξης ανά δύο ή τρεις μαθητές με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την ποιοτική και εύρυθμη λειτουργία των τάξεων και των σχολείων μας. Αναρωτιόμαστε γιατί η κυβέρνηση και το ΥΠΑΙΘΑ δεν προχωρά άμεσα στην ικανοποίηση του αιτήματος του εκπαιδευτικού κινήματος για μείωση του αριθμητικού ορίου των μαθητών ανά τμήμα από 25 σε 15 ώστε να δημιουργηθούν μικρότερα τμήματα σε όλα τα σχολεία και να διασωθούν χιλιάδες σχολικές μονάδες στην χώρα οι οποίες τελούν υπό κατάργηση αυτή την στιγμή με το ισχύον αριθμητικό όριο μαθητών ανά τμήμα.
Επίσης η μη έγκαιρη κάλυψη των κενών σε εκπαιδευτικό προσωπικό από την αρχή της σχολικής χρονιάς δεν βοηθά καθόλου στην ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων και δυναμιτίζει – υποβαθμίζει την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την μαθησιακή διαδικασία, εφόσον λείπουν από τα σχολεία οι απαραίτητοι εκπαιδευτικοί και το προσωπικό ΕΕΠ – ΕΒΠ (δάσκαλοι, νηπιαγωγοί, εκπαιδευτικοί Εικαστικών, Θεατρικής Αγωγής, Μουσικής, Φυσικής Αγωγής, Αγγλικών, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, σχολικοί νοσηλευτές, προσωπικό ΕΒΠ κ.ά.).
Περαιτέρω η έντονη και συνεχώς αυξανόμενη γραφειοκρατία στις σχολικές μονάδες με την εισαγωγή πλατφορμών και πρακτικών που μετατρέπουν τους εκπαιδευτικούς κυρίως σε φορείς ικανοποίησης των αυξημένων γραφειοκρατικών αναγκών των σχολικών μονάδων παρά σε φορείς οργάνωσης της μαθησιακής διαδικασίας και μεταλαμπάδευσης της γνώσης, καθιστούν αφόρητες πλέον τις καθημερινές εργασιακές συνθήκες για την συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών της Δημόσιας Εκπαίδευσης της χώρας.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα όσων αναφέρω παραπάνω αποτελούν τόσο η ύπαρξη και λειτουργία αχρείαστων πλατφορμών για καταγραφή περιστατικών και δράσεων των σχολικών μονάδων όσο και η πρόσφατη έκδοση της Υπουργικής Απόφασης για τις σχολικές εκδρομές, η οποία αποτελεί «μνημείο άχρηστης ταλαιπωρίας» για τους εκπαιδευτικούς των σχολικών μονάδων.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις συνεχείς περικοπές στα χρήματα (υποχρηματοδότηση) για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολικών μονάδων μετά την ψήφιση των νόμων 5056/2023 & 5270/2026 και την κατάργηση των σχολικών επιτροπών με αποτέλεσμα τα Δημόσια σχολεία μας να είναι πλέον γυμνά από εξοπλισμό και αναλώσιμα και να αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης ικανού αριθμού και μόνιμου προσωπικού καθαριότητας.
Επιπρόσθετα το κλίμα φόβου και έλλειψης δημοκρατικής λειτουργίας που έχει επιβληθεί στις σχολικές μονάδες εξαιτίας των πολιτικών που υλοποιούνται αναφορικά με το ζήτημα της εφαρμογής της «αξιολόγησης» των νόμων 4692/2020 & 4823/2021 («αυτοαξιολόγηση» των σχολικών μονάδων & ατομική «αξιολόγηση» των εκπαιδευτικών) με την καταπάτηση κάθε είδους έννοιας νομιμότητας και δημοκρατικής λειτουργίας των συλλόγων διδασκόντων από την πλευρά των στελεχών εκπαίδευσης σε ό, τι αφορά την «αυτοαξιολόγηση» των σχολικών μονάδων, καθώς και την παραπομπή σε πειθαρχικές διώξεις χιλιάδων (πάνω από 2.500) συναδέλφων μας εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στην ΑΠΕΡΓΙΑ – ΑΠΟΧΗ των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών από την «αξιολόγηση» για την συνδικαλιστική τους δράση, καθιστούν ουσιαστικά τον κλάδο των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να τελεί σε απηνή και συνεχή διωγμό από τις πολιτικές της κυβέρνησης και του ΥΠΑΙΘΑ με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για την λειτουργία των Δημόσιων Σχολείων, διότι η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι ποτέ δυνατό να ευδοκιμήσει υπό συνθήκες φόβου και έλλειψης δημοκρατίας.
Αναρωτιόμαστε και εμείς οι εκπαιδευτικοί και η ελληνική κοινωνία σε τι ακριβώς βοηθάει η περιβόητη «αυτοαξιολόγηση» της σχολικής μονάδας εκτός από την προσπάθεια κατηγοριοποίησης των σχολικών μονάδων, η οποία απέτυχε χάρη στους αγώνες των εκπαιδευτικών και τα «ενιαία κείμενα» της Δ. Ο. Ε., και πού ακριβώς καταλήγουν οι δράσεις που περιγράφονται στις πλατφόρμες «αυτοαξιολόγησης» και με ποιο τρόπο έκαναν ή θα κάνουν καλύτερα τα Δημόσια Σχολεία και τους εκπαιδευτικούς τους μέσω αυτού του απαράδεκτου και εμμονικά συνεχιζόμενου φιάσκου της «αυτοαξιολόγησης» της σχολικής μονάδας;
Ακόμα χειρότερα, όλο το διάστημα της διακυβέρνησης της χώρας από την κυβέρνηση της Ν. Δ. βαίνει συνεχώς επιδεινούμενη η σχέση επικοινωνίας των υπηρεσιών και των στελεχών του ΥΠΑΙΘΑ με τους συλλογικούς – κοινωνικούς φορείς και τους πολίτες (σωματεία εργαζομένων της εκπαίδευσης – ενώσεις & συλλόγους γονέων – πολίτες) οι οποίοι προσπαθούν μάταια να διατυπώσουν τα αιτήματά τους προς το ΥΠΑΙΘΑ και τις υπηρεσίες του και είτε αντιμετωπίζονται με πλήρη αδιαφορία είτε αντιμετωπίζονται με άσκηση πυγμής και βίας σε βάρος τους από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Κα Υπουργέ Παιδείας, αυτή την στιγμή υπάρχουν εκατοντάδες κενά σε εκπαιδευτικό προσωπικό στα δημόσια σχολεία όλης της χώρας και μάλιστα στην Δ/νση Π. Ε. Β΄ Αθήνας υπολογίζουμε ότι υπάρχουν πάνω από 700 κενά σε εκπαιδευτικούς όλων των ειδικοτήτων – εκπαιδευτικούς παράλληλης στήριξης – ΕΕΠ & ΕΒΠ και αντί οι αρμόδιοι της Δ/νσης Π. Ε. Β΄ Αθήνας και η πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘΑ να προβαίνουν σε συνεχείς ενημερώσεις δίνοντας απαντήσεις στα αιτήματα και τις κινητοποιήσεις των συλλογικών μας φορέων (εκπαιδευτικών & γονέων) αλλά και μεμονωμένων πολιτών είμαστε αντιμέτωποι με την πλήρη αδιαφορία του ΥΠΑΙΘΑ και των αρμόδιων στελεχών του αλλά και με προσπάθειες συγκάλυψης των προβλημάτων, με στόχο να καταπνιγεί κάθε είδους αντίδραση και φωνή διεκδίκησης ώστε να μην ενημερωθεί η ελληνική κοινωνία για την δραματική κατάσταση που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στα Δημόσια Σχολεία.
Όλα τα παραπάνω είναι μόνο μερικά από τα πάμπολλα, άλυτα και χρονίζοντα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα Δημόσια Σχολεία της χώρας στην καθημερινή τους λειτουργία.
Κα Υπουργέ Παιδείας, από την πλευρά μας θέλουμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι δεν πρόκειται να σταματήσουμε να διεκδικούμε και να απαιτούμε για το Δημόσιο Σχολείο και τους μαθητές και τις μαθήτριές μας τα αυτονόητα ούτε θα φοβηθούμε και θα σιωπήσουμε είτε λόγω των διώξεων και του κλίματος φόβου που έχει επιβληθεί στα σχολεία μας, εξαιτίας των πολιτικών που υλοποιεί η κυβέρνηση και το ΥΠΑΙΘΑ σε βάρος της Δημόσιας και δωρεάν Εκπαίδευσης με στόχο την διάλυσή της και την ιδιωτικοποίησή της, είτε ακόμα και εξαιτίας κάθε είδους παρασκηνιακών πιέσεων σε ΜΜΕ και φορείς της δημοσιογραφίας, με στόχο να αποκλειστεί η φωνή μας και να εξαφανιστούν οι δημόσιες – τηλεοπτικές παρεμβάσεις μας, μιας και η δική μας δύναμη προέρχεται από την πίστη μας στην υπεράσπιση του Δημόσιου & δωρεάν αγαθού της Παιδείας και πηγάζει από την συλλογικότητα, την κοινή δράση και την συσπείρωση γύρω από τα σωματεία μας και την ομοσπονδία μας ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ που οι αγώνες και οι διεκδικήσεις της αποτελούν μετερίζι αντίστασης για την υπεράσπιση της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας και τόσο πολύ έχουν δυσκολέψει την κυβέρνηση και το ΥΠΑΙΘΑ στην εφαρμογή των αντιλαϊκών – αντιεκπαιδευτικών πολιτικών τους.
Τέλος, αξιότιμη κα Υπουργέ Παιδείας, σας προκαλούμε και σας προσκαλούμε σε δημόσιο διάλογο για τα ζητήματα της Δημόσιας Εκπαίδευσης όπου και όποτε εσείς επιλέξετε θεωρώντας ότι η ελληνική κοινωνία και η εκπαιδευτική κοινότητα περιμένει να ακούσει, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ποιες λύσεις σκοπεύετε να δώσετε στα χιλιάδες ανοιχτά και ζέοντα προβλήματα της Δημόσιας Εκπαίδευσης που έχετε δημιουργήσει με τις πολιτικές που εφαρμόζετε έχοντας πάντα στο μυαλό σας ότι «όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες».
Με εκτίμηση
Δ. Α. Πολυχρονιάδης, Δάσκαλος του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αμαρουσίου, Πρόεδρος του Δ. Σ. του Συλλ. Εκπ/κών Π. Ε. Αμαρουσίου, Δημοτικός Σύμβουλος Αμαρουσίου (εκλεγμένος με την ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΣΤΟ ΜΑΡΟΥΣΙ)