Όλοι γνωρίζουν τα προβλήματα των πανεπιστημίων της χώρας μας, αλλά λίγοι μιλούν γι’ αυτά, και ακόμη λιγότεροι δημοσίως. Και δεν αναφέρομαι σε προβλήματα όπως η υποχρηματοδότηση · όχι γιατί δεν είναι σημαντικό το αίτημα της αύξησης των κονδυλίων προς τα ΑΕΙ, αλλά διότι μοιάζει να είναι από τα ελάχιστα που προβάλλουν με ένταση οι πανεπιστημιακοί. Μιλώ για τα ζητήματα λειτουργίας, η αντιμετώπιση των οποίων θα ξεβολέψει πολλούς πανεπιστημιακούς.
Ένα τέτοιο αφορά στη μείωση της ζήτησης για πληθώρα σχολών - σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν συνολικά 439 τμήματα ΑΕΙ -, μεταξύ των οποίων και οι λεγόμενες «καθηγητικές σχολές», οι πτυχιούχοι των οποίων έχουν ως βασική επαγγελματική διέξοδο τα σχολεία και τα φροντιστήρια. Φέτος, το 55,6% των θέσεων σε τμήματα φυσικής έμειναν κενές, ενώ οι αριθμοί για τα τμήματα μαθηματικών και ανθρωπιστικών σπουδών (φιλολογίες, ιστορίας-αρχαιολογίας κ.λπ.) είναι 55,5% και 40% αντίστοιχα. Τι κάνουν γι’ αυτό, συντεταγμένα, οι κοσμητείες των σχετικών σχολών; Απλώς, καλύπτονται πίσω από το επιχείρημα ότι το υπουργείο Παιδείας παραδοσιακά ορίζει πολύ μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων από αυτόν που οι σχολές και τα τμήματα δηλώνουν πως μπορούν να εκπαιδεύσουν. Άρα, είναι ικανοποιημένοι με τις κενές θέσεις!
Ένα ακόμη θέμα · η πανεπιστημιακή κοινότητα έχει τοποθετηθεί αρνητικά στη θεσμοθέτηση των μη κρατικών, ιδιωτικών στην ουσία, ΑΕΙ. Αναμενόμενο, θα πει κάποιος. Ωστόσο, τα ιδιωτικά ΑΕΙ θεσμοθετήθηκαν, με νόμο του 2024, τώρα έχουν αδειοδοτηθεί 11, και θα αρχίσουν να προκαλούν κλυδωνισμούς στα δημόσια περιφερειακά ΑΕΙ. Και αυτό γιατί τα ιδιωτικά ΑΕΙ βρίσκονται σε Αττική και Θεσσαλονίκη και έχουν προγράμματα σπουδών υψηλής ζήτησης. Άρα είναι ευθέως ανταγωνιστικά των περιφερειακών ΑΕΙ, και δη των τμημάτων με αντικείμενο σπουδών χαμηλής ζήτησης από την αγορά εργασίας. Εάν σε αυτό συνυπολογιστεί η δημογραφική κατάρρευση στην Ελλάδα - από τους φετινούς 63.600 επιτυχόντες στα ΑΕΙ, το θετικό σενάριο λέει ότι το 2035 θα πέσουμε στους 45.000 -, είναι ηλίου φαεινότερη η επερχόμενη συρρίκνωση πολλών τμημάτων. Ποια ηγεσία περιφερειακού ΑΕΙ έχει μελετήσει το θέμα καταθέτοντας προτάσεις;
Ορθώς, λοιπόν, το προεδρεύον της Συνόδου των Πρυτάνεων ΕΚΠΑ έχει αποφασίσει να συζητηθεί το δημογραφικό πρόβλημα και τις επιπτώσεις του στη λειτουργία των ΑΕΙ, με εισηγήτρια την αντιπρύτανι Ακαδημαϊκών, Διεθνών Σχέσεων και Εξωστρέφειας του ΕΚΠΑ, καθηγήτρια Σοφία Παπαϊωάννου. Όμως, η Σύνοδος δεν μπορεί να μελετήσει το θέμα αποσυνδεδεμένο από τις εξελίξεις - συνέπειες που θα έχει στα δημόσια ΑΕΙ η λειτουργία των ιδιωτικών.
Πότε τα δημόσια πανεπιστήμια θα εξετάσουν, με ειλικρίνεια και όχι προσχηματικά, το θέμα της αναδιάρθρωσης του πανεπιστημιακού χάρτη; Έχουν μέλλον τμήματα που προήλθαν από την «πανεπιστημιοποίηση» των ΤΕΙ; Ποιος είναι ο σύγχρονος ρόλος τους; Χρειαζόμαστε τόσα τμήματα που παράγουν καθηγητές, την στιγμή που ο μαθητικός πληθυσμός συρρικνώνεται χρόνο με το χρόνο;
Η σιωπή των πανεπιστημιακών ενισχύει μία άποψη που ακούγεται, και οι ίδιοι την θεωρούν κακόβουλη. Λέγεται, δηλαδή, ότι οι πανεπιστημιακοί δεν ενδιαφέρονται να έχουν μία κρίση μάζα φοιτητών στην αίθουσες διδασκαλίας, αλλά θέλουν να διατηρηθούν τα τμήματα (ακόμη και ως κέλυφος;) για να μπορούν να διεκδικούν ερευνητικά προγράμματα και κονδύλια από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.