Όπως εχθρός της παιδικής ηλικίας ήταν το ασπρόμαυρο σχολείο του χθες —κι ενίοτε του σήμερα—, άλλο τόσο φυλακή των παιδιών στις μέρες μας είναι η ντίσνεϊλαντ της ντοπαμίνης που προσφέρουν αφειδώς οι λογής παιχνιδομηχανές και οι πλατφόρμες της ψηφιακής οθόνης.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα παράδοξα της εποχής μας. Από τη μία, το σχολείο που γνωρίσαμε —το σχολείο της αποστήθισης, της παπαγαλίας, της μίας σωστής απάντησης, του μαθητή που άκουγε αντί να μιλά, εκτελούσε αντί να δημιουργεί, συμμορφωνόταν αντί να συνεργάζεται— έμοιαζε συχνά εχθρικό προς την ίδια την παιδική ηλικία. Από την άλλη, σήμερα παραδίδουμε στα παιδιά έναν κόσμο φαινομενικά φτιαγμένο αποκλειστικά για τη χαρά τους: χρώματα, παιχνίδια, βίντεο, αδιάκοπες ανταμοιβές, ειδοποιήσεις, αλγόριθμους που γνωρίζουν τι θα τα κρατήσει λίγο ακόμη μπροστά στην οθόνη.
Κι όμως, η υπερβολή αυτής της «χαράς» μπορεί να γίνει μια διαφορετική μορφή εγκλεισμού.
Δεν είναι η τεχνολογία ο εχθρός. Είναι μια σπουδαία ανθρώπινη κατάκτηση και μπορεί να γίνει εργαλείο γνώσης, δημιουργίας, επικοινωνίας και συμμετοχής. Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, στη νέα της πολιτική για τα ψηφιακά οικοσυστήματα, υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη διπλή όψη: τα ψηφιακά μέσα μπορούν να υπηρετήσουν τη μάθηση και την ευημερία, αλλά όταν το οικοσύστημα σχεδιάζεται πρωτίστως γύρω από την προσέλκυση και τη διατήρηση της προσοχής, μπορεί να ενθαρρύνει την παρατεταμένη χρήση και να εκτοπίζει τον ύπνο, την κίνηση, το παιχνίδι και άλλες βασικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσα λεπτά κοιτάζει ένα παιδί μια οθόνη. Είναι τι του παίρνει η οθόνη.
Και εδώ ο εκπαιδευτικός συναντά καθημερινά μια πραγματικότητα που δύσκολα χωρά στις θεωρητικές συζητήσεις.
Μετρώ συχνά τις ώρες ύπνου των μαθητών μου. Και ακούω ώρες που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούσαμε αδιανόητες για ένα παιδί σχολικής ηλικίας: έντεκα, δώδεκα, μία, ακόμη και δύο το πρωί. Η πανδημία, φαίνεται, πως επιτάχυνε μια αλλαγή που ήδη βρισκόταν σε εξέλιξη. Η έρευνα των τελευταίων ετών καταγράφει σταθερά τη σχέση της ψηφιακής χρήσης, ιδιαίτερα της βραδινής και της προβληματικής χρήσης κοινωνικών δικτύων και διαδικτύου, με αργότερη ώρα ύπνου, μικρότερη διάρκεια ύπνου και χειρότερη ποιότητα ύπνου. Μια πρόσφατη ανασκόπηση-ομπρέλα, που συνέθεσε 127 πρωτογενείς μελέτες και δεδομένα από 867.003 συμμετέχοντες, επιβεβαιώνει τη γενικότερη αρνητική συσχέτιση της χρήσης ψηφιακών συσκευών με τον ύπνο των εφήβων, με ιδιαίτερα έντονες συσχετίσεις για τα κοινωνικά δίκτυα και το διαδίκτυο.
Και το πρόβλημα δεν τελειώνει όταν το παιδί αφήνει το κινητό. Το φέρνει μαζί του στο σχολείο: ως υπνηλία, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα, μειωμένη διάθεση για συμμετοχή. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο ύπνος αποτελεί μία από τις πρώτες καθημερινές λειτουργίες που μπορούν να εκτοπιστούν όταν η ψηφιακή χρήση μετακινείται προς τις νυχτερινές ώρες.
Στην Ελλάδα δεν μας λείπουν οι ενδείξεις. Ελληνική μελέτη σε 205 γονείς παιδιών σχολικής ηλικίας διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι το 62% των παιδιών είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο από το υπνοδωμάτιό του και ότι η αυξημένη χρήση του διαδικτύου από τους ίδιους τους γονείς, όπως και η ύπαρξη συσκευών στο παιδικό υπνοδωμάτιο, συνδέονταν με υψηλότερα επίπεδα προβληματικής χρήσης. Μια άλλη ελληνική μελέτη, σε 219 εφήβους ηλικίας 18–19 ετών, βρήκε συσχετίσεις ανάμεσα στην προβληματική χρήση του TikTok και υψηλότερα επίπεδα συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης, καθώς και αυξημένη υπνηλία. Πρόκειται για συσχετιστικές μελέτες και όχι για απόδειξη μιας απλής σχέσης αιτίου-αποτελέσματος· κι αυτή η διάκριση είναι σημαντική.
Δεν μιλούμε, βέβαια, για μια απλή ιστορία «οθόνη ίσον κακό». Μιλούμε για ισορροπία. Γιατί ακόμη και η επιστημονική βιβλιογραφία προειδοποιεί να μην ταυτίζουμε την έντονη χρήση με την κλινική διαταραχή. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει, για παράδειγμα, τη διαταραχή παιχνιδιού (Gaming Disorder) ως κλινικά σημαντικό πρόβλημα όταν υπάρχει απώλεια ελέγχου, όταν το παιχνίδι αποκτά προτεραιότητα έναντι άλλων δραστηριοτήτων και όταν η συμπεριφορά προκαλεί σημαντική έκπτωση στην προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική ή σχολική λειτουργία. Η εικόνα αυτή πρέπει συνήθως να είναι παρούσα για τουλάχιστον δώδεκα μήνες. Και αφορά μικρό ποσοστό όσων παίζουν.
Το ανησυχητικό είναι αλλού: στη σταδιακή μετατόπιση των ορίων.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η δυσκολότερη ευθύνη των ενηλίκων.
Δεν είναι λίγες οι φορές που δίνουμε στα παιδιά μια οθόνη για να ησυχάσουν. Για να φάμε ήσυχοι. Για να μαγειρέψουμε. Για να εργαστούμε. Για να πάρουμε μια ανάσα. Ή, ακόμη, επειδή πιστεύουμε πως τους προσφέρουμε κάτι καλό — όπως κάποτε μια σοκολάτα, ένα γλυκό, μια μικρή ανταμοιβή.
Μόνο που η οθόνη δεν είναι σοκολάτα.
Δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο που το παιδί καταναλώνει. Είναι ένα περιβάλλον που το παιδί κατοικεί. Και συχνά ένα περιβάλλον σχεδιασμένο από ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά πώς να κρατούν την προσοχή του.
Γι’ αυτό η μεγαλύτερη ανάγκη σήμερα δεν είναι να επιστρέψουμε στο ασπρόμαυρο σχολείο ούτε να αποκηρύξουμε την ψηφιακή εποχή. Είναι να αποκτήσουμε, παιδιά και ενήλικες, ψηφιακό γραμματισμό. Να μάθουμε όχι μόνο πώς χρησιμοποιούμε ένα εργαλείο, αλλά και πώς το εργαλείο χρησιμοποιεί την προσοχή μας.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής δεν προτείνει απλώς «λιγότερη οθόνη». Προτείνει οικογενειακό σχέδιο χρήσης των μέσων, σταθερά όρια, χώρους και ώρες χωρίς συσκευές, απομάκρυνση των συσκευών από το υπνοδωμάτιο και προτεραιότητα στον ύπνο, την κίνηση, το σχολείο, την οικογένεια και τις ανθρώπινες σχέσεις. Επισημαίνει, μάλιστα, ότι λειτουργίες όπως το autoplay και οι ειδοποιήσεις είναι σχεδιασμένες ώστε να παρατείνουν την εμπλοκή του χρήστη.
Αυτό είναι και το πραγματικό στοίχημα της εκπαίδευσης σήμερα.
Να μην αντικαταστήσουμε το ένα άκρο με το άλλο. Να μη φύγουμε από το σχολείο που έπνιγε τη φαντασία για να παραδώσουμε τα παιδιά σε έναν ψηφιακό κόσμο που εμπορεύεται την προσοχή τους.
Γιατί ο σκοπός της παιδείας δεν είναι ούτε να υπακούει το παιδί ούτε να καταναλώνει ασταμάτητα. Είναι να μπορεί να επιλέγει. Να σκέφτεται. Να συνεργάζεται. Να δημιουργεί. Να αντέχει τη σιωπή και την αναμονή. Να βαριέται ακόμη —και μέσα από την ανία να ανακαλύπτει έναν δικό του κόσμο.
Να είναι, τελικά, ελεύθερο.
Αυτή είναι η μόνιμη αγωνία του εκπαιδευτικού: όχι απλώς να κάνει το μάθημα πιο ευχάριστο, αλλά να υπερασπίζεται τον χώρο μέσα στον οποίο ένα παιδί μπορεί να ανθίσει.
Και ίσως, με αφορμή την πρόσφατη Παγκόσμια Ημέρα του Εκπαιδευτικού, στις 5/10, αυτή να είναι η πιο δύσκολη παιδαγωγική μας αποστολή: να ξαναδώσουμε στα παιδιά κάτι που καμία οθόνη δεν μπορεί να τους προσφέρει έτοιμο.
Τον ελεύθερο χρόνο τους. Την προσοχή τους. Τη δημιουργικότητά τους. Και, μαζί με αυτά, τον υπό βλάστηση εαυτό τους.