Η είδηση είναι εντυπωσιακή: η Σιγκαπούρη ενθαρρύνει τους πολίτες της να διαβάζουν βιβλία προσφέροντάς τους οικονομική ανταμοιβή. Ο πολίτης διαβάζει τουλάχιστον δεκαπέντε λεπτά, συγκεντρώνει ψηφιακούς πόντους και μπορεί στη συνέχεια να τους μετατρέψει σε χρήματα. Η πρόθεση είναι κατανοητή: να ενισχυθεί η ανάγνωση σε μια εποχή όπου η προσοχή διασπάται από τις οθόνες. Όμως η πρωτοβουλία αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η ανάγνωση μετατρέπεται σε δραστηριότητα που μπορεί να καταγραφεί σε μονάδες, πόντους και ανταμοιβές. Και τότε τίθεται το ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί η Παιδεία να προσεγγιστεί με την ίδια λογική;
Η Σιγκαπούρη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας κοινωνίας που έχει επενδύσει στην οργάνωση, την αποδοτικότητα και τη βελτιστοποίηση. Ένας περιορισμένος νησιωτικός χώρος μετασχηματίστηκε σε μια πυκνή και τεχνολογικά οργανωμένη μητρόπολη. Η Φύση δεν εξαφανίστηκε, αλλά μεγάλο μέρος του χώρου σχεδιάστηκε, ελέγχθηκε και ανακατασκευάστηκε από τον άνθρωπο. Το τεχνητό έγινε τρόπος κατοίκησης του κόσμου. Η επιτυχία εκφράζεται με δείκτες, η αποδοτικότητα με αριθμούς και η συμπεριφορά με στόχους. Μέσα σε μια τέτοια λογική δεν είναι παράδοξο να οργανώνεται και η ανάγνωση: δεκαπέντε λεπτά, τόσοι πόντοι, τόσες ημέρες, τόση ανταμοιβή. Το μετρήσιμο γίνεται έτσι το προνομιακό κριτήριο του πραγματικού.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν συγχέουμε την ποσότητα με την ποιότητα. Μπορούμε να γνωρίζουμε πόσα λεπτά διαβάστηκε ένα βιβλίο, πόσες σελίδες διαβάστηκαν ή πόσα βιβλία ολοκληρώθηκαν. Δεν μπορούμε όμως να συμπεράνουμε από αυτούς τους αριθμούς τι συνέβη στον άνθρωπο την ώρα της ανάγνωσης. Ένα βιβλίο μπορεί να διαβαστεί σε μία ημέρα και να ξεχαστεί την επόμενη. Μία μόνο σελίδα μπορεί να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Η ποσότητα αφορά την έκταση μιας πράξης· η ποιότητα αφορά το νόημά της. Η Παιδεία επομένως δεν κρίνεται από το πόσο διάβασε κάποιος, αλλά από το τι κατάλαβε, τι αμφισβήτησε και τι μετασχηματίστηκε μέσα του.
Εδώ εμφανίζεται η διάκριση ανάμεσα στο Φαίνεσθαι και το Είναι. Ένας άνθρωπος μπορεί να φαίνεται μορφωμένος επειδή έχει διαβάσει πολλά βιβλία, διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο ή συγκεντρώνει πτυχία και πιστοποιήσεις. Όλα αυτά είναι ενδείξεις, όχι απόδειξη Παιδείας. Η Παιδεία γίνεται Είναι όταν η γνώση μετατρέπεται σε τρόπο σκέψης, κρίσης και ύπαρξης, όταν οδηγεί στη Φρόνηση. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο πόσα βιβλία πέρασαν από τα χέρια μας, αλλά ποια βιβλία πέρασαν μέσα μας. Το Φαίνεσθαι μπορεί να παρουσιαστεί, να καταγραφεί και να πιστοποιηθεί. Το Είναι αποκαλύπτεται στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σκέφτεται, κρίνει και υπάρχει.
Χρειάζεται όμως να διακρίνουμε την παρακίνηση προς την Παιδεία από την ίδια την Παιδεία. Μια εξωτερική ανταμοιβή μπορεί πράγματι να αποτελέσει αρχικό κίνητρο: να ανοίξει κάποιος ένα βιβλίο, να δημιουργήσει μια συνήθεια, να αφιερώσει χρόνο στην ανάγνωση. Δεν είναι όμως αυτή που μετατρέπει την ανάγνωση σε Παιδεία. Η Παιδεία αρχίζει όταν η εξωτερική ανταμοιβή υποχωρεί και εμφανίζεται ένα εσωτερικό κίνητρο: διαβάζω επειδή θέλω να καταλάβω, να ανακαλύψω, να αμφισβητήσω, να συνομιλήσω με έναν άλλο νου. Αν η ανταμοιβή παραμένει ο λόγος της πράξης, μπορεί να αυξηθεί η δραστηριότητα χωρίς να μεταβληθεί ο άνθρωπος. Στόχος λοιπόν δεν είναι να ανταμείψουμε την Παιδεία, αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες όπου η ίδια η γνώση θα γίνει κίνητρο.
Η Σιγκαπούρη αποκαλύπτει έτσι τα όρια μιας κοινωνίας που πιστεύει ότι οι αριθμοί αρκούν. Όταν οργανώνουμε με ακρίβεια τον χώρο, τον χρόνο, την παραγωγή και την καθημερινή ζωή, είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι μπορούμε να οργανώσουμε με τον ίδιο τρόπο και την Παιδεία. Όμως η μεζούρα απαντά στο «πόσο;», ενώ η αξιολόγηση της ποιότητας απαιτεί το Μέτρον: τι είναι ουσιώδες, τι είναι αρκετό και ποια είναι η σωστή αναλογία. Το Μέτρον δεν είναι εργαλείο για να μετρήσουμε την Παιδεία. Είναι το κριτήριο με το οποίο μπορούμε να αξιολογήσουμε την ποιότητα της γνώσης, της κρίσης και της πράξης. Και ακριβώς αυτή την ικανότητα αξιολόγησης οφείλει να καλλιεργεί η Παιδεία.
Η Σιγκαπούρη δείχνει τι συμβαίνει όταν η λογική της αποδοτικότητας μεταφέρεται από την οργάνωση της κοινωνίας στην ίδια την Παιδεία: η ανάγνωση γίνεται χρόνος, ο χρόνος πόντοι και οι πόντοι ανταμοιβή. Όμως η Παιδεία δεν είναι παραγωγή μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Δημιουργεί έναν άνθρωπο ικανό να αξιολογεί όχι μόνο τη γνώση που αποκτά, αλλά και τα κριτήρια με τα οποία αυτή αξιολογείται. Εδώ βρίσκεται το ανθρωπολογικό νόημα του Μέτρου: δεν ορίζει πόσο πρέπει να διαβάσουμε, αλλά μας επιτρέπει να κρίνουμε τι αξίζει να διαβάσουμε, τι αξίζει να κρατήσουμε και τι αξίζει να γίνουμε. Η Παιδεία, επομένως, δεν προσαρμόζει τον άνθρωπο στους δείκτες· τον καθιστά ικανό να τους κρίνει — μετατρέποντας το Φαίνεσθαι σε Είναι.
ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΣΓΟΥΝΗΣ
Δρ. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΡΒΟΝΝΗΣ