Σενάριο 1: Το σχολείο δίνει το Απολυτήριο και όσοι επιθυμούν να διεκδικήσουν θέση σε σχολή υψηλής ζήτησης συμμετέχουν σε χωριστές εθνικές εξετάσεις.
Σενάριο 2: Εθνικές εξετάσεις για το Απολυτήριο και διαφορετικές για τα ΑΕΙ. Δημιουργούνται έτσι δύο εξεταστικές πύλες και η εξετασιοκεντρική λειτουργία του Λυκείου ενισχύεται.
Σενάριο 3: Μία εθνική εξέταση για Απολυτήριο και ΑΕΙ. Η εισαγωγή, για παράδειγμα, στο ΕΜΠ συνδέεται με την ίδια εξέταση που οδηγεί στην απόκτηση του Απολυτηρίου του ΓΕΛ. Δύο διαφορετικοί στόχοι συγχέονται.
Το έχουμε ξαναζήσει. Με την πρώτη εφαρμογή του ν. 2525/1997 και την επέκταση των πανελλαδικού χαρακτήρα εξετάσεων στο Λύκειο, μεγάλος αριθμός μαθητών βρέθηκε αντιμέτωπος με την απόρριψη και τις επαναληπτικές εξετάσεις.
Αν δεν θέλουμε να επιστρέψουμε σε εποχές όπου το απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αφορούσε πολύ μικρότερο μέρος του πληθυσμού, χρειάζεται να διαχωρίσουμε την αποφοίτηση από την επιλογή για τα ΑΕΙ.
Το πρώτο σενάριο αποτελεί καλύτερη αφετηρία. Όσοι διεκδικούν θέσεις υψηλής ζήτησης θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε εξετάσεις λογικής αντίστοιχης του SAT, προσαρμοσμένες στην ελληνική εκπαίδευση, με την επίδοση κάθε τάξης να συμμετέχει στην τελική βαθμολογία. Οι εξετάσεις αυτές δεν θα επηρεάζουν την προαγωγή ή την απόκτηση του Απολυτηρίου.
Παράλληλα, τμήματα χαμηλής ζήτησης θα μπορούσαν να έχουν ανοικτή εγγραφή, επανασχεδιάζοντας και το περιεχόμενο των σπουδών τους. Οι δημογραφικές εξελίξεις δείχνουν ότι σύντομα οι διαθέσιμες θέσεις μπορεί να είναι περισσότερες από τους αποφοίτους.
Η ανώτατη εκπαίδευση σήμερα δεν αφορά μόνο τα παραδοσιακά πανεπιστημιακά επαγγέλματα. Ηλεκτρολόγοι, μηχανικοί, πλοίαρχοι, νι ανώτατης εκπαίδευσης.
Το Απολυτήριο πρέπει να παραμείνει υπόθεση του σχολείου και οι εθνικές εξετάσεις να αφορούν εκεί όπου πραγματικά απαιτείται επιλογή.