Πριν λίγες ημέρες, αναρτήθηκε σε ιστοσελίδα, γνωστή για τον συντηρητικό χαρακτήρα της, ένα άρθρο υπό τον τίτλο «Αναμενόμενο: Αγράμματοι δάσκαλοι βγάζουν αγράμματα παιδιά». Το άρθρο αναφέρεται στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στον διαγωνισμό PISA.
Ο αρθρογράφος, ονόματι Κωνσταντίνος Χαροκόπος, έχει εργασθεί σε τράπεζες, σε χρηματιστηριακές εταιρίες, σε εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, στον κατασκευαστικό τομέα και στον χώρο των τροφίμων στην Ελλάδα, στην Ολλανδία και στη Ρωσία. Είναι, επίσης, σύμβουλος διοίκησης στην «Fast Finance», Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Επομένως, πρόκειται για ένα στέλεχος επιχειρήσεων που, ταυτόχρονα, δεν έχει ιδέα από τον χώρο της εκπαίδευσης και κρίνει αφ’ υψηλού και κυρίως κρίνει με σκοπιμότητα.
Συγκεκριμένα, χρησιμοποιεί φορτισμένες λέξεις κρίνοντας τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στον διαγωνισμό PISA, αφού μιλά για «θλιβερή εικόνα». Αλλά, η ουσία βρίσκεται στην, κατά τη γνώμη του, ερμηνεία του φαινομένου: ποιος φταίει για αυτήν τη «θλιβερή» εικόνα; Ο περισπούδαστος αναλυτής βρήκε τον ένοχο και αυτός δεν είναι άλλος από τον Έλληνα εκπαιδευτικό. Γράφει ανάμεσα στα άλλα: «Όταν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές των μαθητών είναι της ήσσονος προσπάθειας, τι διαφορετικό θα μπορούσαν να μεταλαμπαδεύσουν στους μαθητές τους; Όταν η πλειοψηφία τους έχει εισαχθεί στις πανεπιστημιακές σχολές με βαθμολογία κάτω από τη βάση, έχει αποφοιτήσει με το περίφημο προοδευτικό “5” ή πιο γνωστό σαν “ταληράκι”, όταν μετεκπαιδεύεται μόνο για να “μαζέψει” μόρια, όταν δεν αξιολογείται, αλλά, αντίθετα, επαναπαύεται πάνω στο μαξιλαράκι της ασφάλειας της μονιμότητας του Δημοσίου, θα έπρεπε άραγε να αναμένουμε κάτι καλύτερο;»
Το άρθρο είναι ένα μείγμα ιδεολογικής πώρωσης, μίσους απέναντι στον κόσμο της εκπαίδευσης, ασχετοσύνης και πολιτικής στόχευσης. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Α. ΠΟΙΟΣ ΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ PISA;
Ο εν λόγω διαγωνισμός διοργανώνεται από τον Ο.Ο.Σ.Α., ο οποίος δεν είναι ούτε ουδέτερος ούτε αθώος, αφού πρόκειται για ένα αρχιτεκτόνημα κατά βάση των Η.Π.Α. Το 1948, δημιουργήθηκε ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (OEEC) για τη διαχείριση του Σχεδίου Μάρσαλ και το 1961 μετατράπηκε στον Ο.Ο.Σ.Α. Ο Ο.Ο.Σ.Α. παράγει συγκριτικούς δείκτες, αξιολογήσεις και συστάσεις και, μέσω αυτών, επηρεάζει τις εθνικές πολιτικές. Υπάρχει σημαντική βιβλιογραφία που υποστηρίζει ότι ο Ο.Ο.Σ.Α. προωθεί ένα πλαίσιο όπου κυριαρχούν νεοφιλελεύθερες έννοιες όπως ανταγωνιστικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, παραγωγικότητα, αξιολόγηση, αποδοτικότητα, συγκρισιμότητα, «ποιότητα» με μετρήσιμους δείκτες. Ο Ο.Ο.Σ.Α. δεν είναι απλώς και μόνο ένας τεχνοκρατικός οργανισμός, αλλά ένας ιμπεριαλιστικός οργανισμός ιδεολογικά τοποθετημένος, απολύτως ελεγχόμενος και με συγκεκριμένες στοχεύσεις.
Β. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ PISA
Ψάχνοντας τη διεθνή αρθρογραφία μπορεί να βρει οποιοσδήποτε μία πλειάδα άρθρων γραμμένων από ακαδημαϊκούς που αμφισβητούν ευθέως την αξιοπιστία των τεστ PISA. Πρόκειται για ενιαία τεστ για τις χώρες στις οποίες εφαρμόζονται, αλλά αυτό ήδη δημιουργεί ένα πρόβλημα: δεν λαμβάνουν υπόψη το διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο της κάθε χώρας κι έτσι η οποιαδήποτε σύγκριση εξαρχής καθίσταται αναξιόπιστη.
Δεύτερον, δεν λαμβάνεται υπόψη η εκπαιδευτική πολιτική του εκάστοτε επίσημου κράτους. Για παράδειγμα, όσον αφορά το ποσοστό του Α.Ε.Π. που διατίθεται στην Παιδεία, η Ελλάδα, στην Ευρώπη των 27, βρίσκεται στην 24η θέση.
Τρίτον, δεν λαμβάνεται υπόψη η ύλη που έχουν οι μαθητές στην κάθε χώρα. Όσο κι αν υποστηρίζουν οι διοργανωτές του διαγωνισμού PISA ότι τα τεστ δεν σχετίζονται με την ύλη, μία πρόχειρη ματιά στην μορφή και το περιεχόμενό τους πείθει ότι δεν είναι ασύνδετα με το τι διδάσκεται στο σχολείο. Αυτό σημαίνει ότι οι ερωτήσεις που τίθενται επηρεάζονται από το αναλυτικό πρόγραμμα της κάθε χώρας.
Τέταρτον, ο διαγωνισμός PISA αξιολογεί τους μαθητές σε τρία αντικείμενα: μαθηματικά, κατανόηση κειμένου και φυσικές επιστήμες. Ακόμη κι αν αποφασίσουμε ότι η αξιολόγησή τους σε αυτούς τους τομείς είναι αντικειμενική, δεν μπορεί παρά να είναι ελλιπής αφού σε τομείς όπως η φιλοσοφία, η ιστορία, η μουσική, η ζωγραφική, η κοινωνιολογία, η ηθική κρίση και το αξιακό σύστημα, δεν φαίνεται να ενδιαφέρουν τους διοργανωτές, γιατί αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βγάλουν στελέχη επιχειρήσεων και παραγωγικούς εργάτες, κάτι που ομολογείται εμμέσως από τους στόχους του διαγωνισμού.
Γ. ΤΙ «ΞΕΧΝΑ» Ο ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ;
Είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι ο αρθρογράφος δεν γνωρίζει την ελληνική πραγματικότητα στην εκπαίδευση. Αλλά, ακόμη κι αν δεν τη γνωρίζει, είναι και πάλι υπόλογος, αφού γράφει ένα άρθρο που, συνειδητά ή μη, δεν περιέχει μια σημαντική πλευρά της πραγματικότητας. Και η πραγματικότητα αυτή είναι συντριπτική: μεγάλα τμήματα των 25-26 ατόμων στη β΄ βάθμια εκπαίδευση, χιλιάδες κενά στην εκπαίδευση (τα οποία είτε δεν καλύπτονται είτε καλύπτονται με αργοπορία) γλίσχροι μισθοί των εκπαιδευτικών και ατελείωτη ταλαιπωρία μέσα από τον θεσμό του αναπληρωτή, καθιέρωση υποτίθεται καινοτόμων θεσμών όπως η Τράπεζα Θεμάτων -που ενισχύουν την εντατικοποίηση εκπαιδευτικών και μαθητών-, σχολεία που πέφτουν οι σοβάδες, κυνήγι μαγισσών στους εκπαιδευτικούς που αρνούνται την αξιολόγηση, βιβλία, σε πολλές περιπτώσεις, αντιεπιστημονικά και ξεπερασμένα κ.λπ. Και, παρόλη αυτή την τραγική κατάσταση, οι εκπαιδευτικοί πασχίζουν να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους.
Ο αρθρογράφος μας δεν βλέπει τίποτα από όλα αυτά. Ουδεμία ευαισθησία δεν έχει για αυτά τα χρονίζοντα και γιγαντιαία προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική παιδεία, όχι προφανώς με ευθύνη των εκπαιδευτικών, αλλά με ευθύνη των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Αν, λοιπόν, υποθέσουμε ότι υπάρχει μία στοιχειώδη αξιοπιστία στον διαγωνισμό, τα αίτια δεν πρέπει να τα αναζητήσουμε στους «κακούς» εκπαιδευτικούς αλλά σε όλο το εκπαιδευτικό πλαίσιο που κυριαρχεί και που επιβάλλεται από την πολιτική της παρούσας κυβέρνησης καθώς και των προηγούμενων.
Δ. ΚΑΙ ΟΙ «ΔΕΙΚΤΕΣ» ΠΟΥ Ο ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ ΠΑΡΑΛΕΙΠΕΙ
Μια τακτική που χρησιμοποιείται συχνά από δημοσιολόγους, προκειμένου αυτοί να στηρίξουνε μία κατά παραγγελία άποψη, είναι η απόκρυψη πλευρών της πραγματικότητας. Ο αγαπητός μας αρθρογράφος κάνει ακριβώς αυτό. Έτσι, αποφεύγει να μας πει ότι υπάρχουν κι άλλοι διαγωνισμοί κατά τους οποίους οι Έλληνες μαθητές διαπρέπουν. Για παράδειγμα, στη Διεθνή Μαθηματική Ολυμπιάδα του 2024 η ελληνική ομάδα κατέκτησε 1 χρυσό, 2 αργυρά και 3 χάλκινα μετάλλια, καταλαμβάνοντας την 27η θέση μεταξύ 108 χωρών. Καθόλου άσχημα για μια χώρα με πληθυσμό των 10.000.000. Επίσης, το 2026, σε διαγωνισμό με 97 φοιτητές από 8 χώρες και 27 πανεπιστήμια, Έλληνας φοιτητής του Ε.Κ.Π.Α., πήρε χρυσό μετάλλιο και την 1η θέση και την ίδια χρονιά στο International Mathematics Competition (IMC), φοιτητές του Ε.Κ.Π.Α. πήραν δύο αργυρά και ένα χάλκινο μετάλλιο.
Οι ’Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού διαπρέπουν, επίσης, στα μαθηματικά, αφού είναι χρόνια και παγιωμένη εικόνα ότι αντεπεξέρχονται με άνεση στα φοιτητικά τμήματα που σπουδάζουν. Αντανάκλαση αυτού είναι και το γεγονός ότι πάνω από 28.000 Έλληνες επιστήμονες, που έχουν τουλάχιστον πέντε δημοσιεύσεις, συνδέονται θεσμικά και επαγγελματικά με κάποιον οργανισμό, ενώ σχεδόν 4.000 Έλληνες ακαδημαϊκοί διδάσκουν σε κορυφαία ξένα πανεπιστήμια. Είναι αυτοί που ως μαθητές είχαν απέναντί τους «αμόρφωτους» εκπαιδευτικούς κατά τον κ. Χαροκόπο.
* * * *
Η στόχευση του αρθρογράφου δεν μπορεί να κρυφτεί. Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση εδώ και χρόνια πασχίζει να εφαρμόσει την αξιολόγηση στους εκπαιδευτικούς, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία εργασιακή και ιδεολογική καρμανιόλα, ενώ παράλληλα συνδέεται και με τις προθέσεις ιδιωτικοποίησης της ίδιας της δημόσιας παιδείας. Οι αντιστάσεις του κλάδου είναι υπαρκτές και έχουν δημιουργήσει αναχώματα στην εφαρμοζόμενη πολιτική της αξιολόγησης. Αν, λοιπόν, πρέπει να πειστεί η κοινωνία για το υποτιθέμενο δίκαιο της αξιολόγησης ένας τρόπος υπάρχει: να απαξιωθεί ο εκπαιδευτικός. Και αυτό που κάνει ο αρθρογράφος είναι απολύτως ανήθικο.
Η παιδεία δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος. Δεν είναι ηλεκτρική συσκευή για να τις δίνουμε πιστοποίηση ISO. Η παιδεία οφείλει να μαθαίνει τον άνθρωπο να σκέφτεται. Να αποκωδικοποιεί τους νόμους της κοινωνίας, της φύσης και της νόησης. Ασφαλώς να του δίνει και επαγγελματικά εφόδια όχι όμως προσαρμοσμένα στις ανάγκες της περιβόητης αγοράς αλλά στις ανάγκες της κοινωνίας. Η παιδεία οφείλει να διαμορφώνει προσωπικότητες με ηθικές αξίες, ανθρώπους που πιστεύουν στην αλληλεγγύη, στην ισότητα των ανθρώπων, σε μία δίκαιη κοινωνία. Και όλα αυτά είναι πολύ μακριά από τον Ο.Ο.Σ.Α., τον διαγωνισμό PISA και τον κ. Χαροκόπο…
Υ.Γ.: Από αυτή τη μεθοδευμένη επιχείρηση απαξίωσης του εκπαιδευτικού δεν θα μπορούσε να λείψει ο εμπαθής δημοσιογράφος Ζαχαρός που σε σχετική συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Δημόπουλο, συντονιστή του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, είπε πως «η κατάσταση είναι δραματική» και με θράσος χιλίων πιθήκων πρόσθεσε: «Όποιος εκπαιδευτικός δεν θέλει την αξιολόγηση, να πάει στο σπίτι του».