Τη συνέχιση των διεκδικήσεων για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού επιβεβαιώνει με ανακοίνωσή της η Προοδευτική Ενότητα Καθηγητών (ΠΕΚ), αντιδρώντας στην αρνητική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Η συνδικαλιστική παράταξη επισημαίνει ότι η δικαστική κρίση δεν λειτουργεί δεσμευτικά για μια πολιτική απόφαση, τονίζοντας ότι η κατάργηση των δώρων πριν από 14 χρόνια αποτέλεσε αμιγώς πολιτική επιλογή λόγω της δημοσιονομικής κρίσης και με τον ίδιο τρόπο οφείλει να ανατραπεί. Παράλληλα, καλεί την κυβέρνηση να μην κρύβεται πίσω από τα δικαστήρια και να ξεκαθαρίσει τη θέση της ενόψει των επικείμενων πρωθυπουργικών ανακοινώσεων στη ΔΕΘ.
Η ΠΕΚ καταγγέλλει ότι η φτωχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί πλέον μια σκληρή καθημερινότητα, καθώς η απώλεια δύο μισθών ετησίως συνδυάζεται με τη δραματική αύξηση του κόστους ζωής, της ενέργειας και της στέγασης. Υπογραμμίζοντας ότι η αξιοπρεπής διαβίωση και η προστασία της αγοραστικής δύναμης αποτελούν αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα, η ανακοίνωση μεταφέρει την απόλυτη ευθύνη στην πολιτική ηγεσία να νομοθετήσει την αποκατάσταση των αποδοχών για τους εκπαιδευτικούς, τους υγειονομικούς και τους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Προοδευτικής Ενότητας Καθηγητών:
Η μάχη για αξιοπρέπεια στη ζωή και στην εργασία δεν σταματά. Συνεχίζουμε να διεκδικούμε και να αγωνιζόμαστε για την επαναφορά του 13ου και 14ου πιο δυνατά από ποτέ.
Η ενημέρωση σχετικά με την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον 13ο και 14ο μισθό στο Δημόσιο δεν προκαλεί έκπληξη με το περιεχόμενο της. Εντύπωση βέβαια προκαλεί το χρονικό σημείο της ενημέρωσης. Είναι ξεκάθαρο ωστόσο ότι η απόφαση αυτή δεν λειτουργεί δεσμευτικά για μια πολιτική απόφαση επαναφοράς του 13ου και 14ου. Και αυτή είναι η ουσία.
Η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού έγινε με πολιτική απόφαση σε συνθήκες βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης πριν 14 χρόνια περίπου και με πολιτική απόφαση πρέπει να επανέλθει. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να οχυρώνεται και πολύ περισσότερο να κρύβεται πίσω από τη δικαστική απόφαση. Και η κυβέρνηση λίγο πριν τις ανακοινώσεις του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, οφείλει να απαντήσει στις εργαζόμενες και στους εργαζόμενους στο Δημόσιο εάν επιμένει στη θέση του Υπουργού Οικονομικών πως « και να τα είχαμε δεν θα τα δίναμε».
Για τους ανθρώπους που εργάζονται στα νοσοκομεία, στην τοπική αυτοδιοίκηση, για τους εκπαιδευτικούς και όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού σημαίνει εδώ και 14 χρόνια απώλεια δύο επιπλέον μισθών κάθε χρόνο, με σοβαρές συνέπειες στην πραγματική αγοραστική δύναμη. Την ίδια στιγμή, το κόστος ζωής, η στέγαση, η ενέργεια, τα τρόφιμα και οι καθημερινές ανάγκες έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η αξιοπρεπής διαβίωση δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο με έναν στενό δείκτη επιβίωσης. Η πραγματική αξία του μισθού, η αγοραστική δύναμη και η δυνατότητα ενός εργαζομένου να ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις κοινωνικές και οικογενειακές του ανάγκες αποτελούν ουσιώδη στοιχεία μιας σύγχρονης αντίληψης για την αξιοπρεπή εργασία και αμοιβή.
Η φτωχοποίηση του κόσμου του δημοσίου είναι η νέα κανονικότητα και η απόρριψη της στις αίθουσες των δικαστηρίων δεν αλλάζει την πραγματικότητα αυτή. Η διεκδίκηση συνεχίζεται! Η απόφαση του ΣτΕ δεν ακυρώνει τη διεκδίκηση των εργαζομένων στο Δημόσιο. Αντίθετα, μεταφέρει καθαρά την ευθύνη εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στην πολιτική εξουσία.
Η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να νομοθετήσει την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και να αποκαταστήσει την αδικία που βιώνουν οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο. Οφείλει να προχωρήσει σε αυτή την επιλογή όταν μόλις λίγο καιρό πριν νομοθετούσε για αυξήσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Ζητάμε δικαιοσύνη. Ζητάμε αξιοπρέπεια.
ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ