Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας, την εποχή που υπηρετούσε ο πατέρας μου την εκπαίδευση, ήταν στη θετική εκδοχή του ρόλου ένας καλός διοικητικός υπάλληλος που διεκπεραίωνε έγγραφα, υπέγραφε υπηρεσιακά σημειώματα και φρόντιζε για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Αα, να μην ξεχάσω: δίδασκε κιόλας. Όλα άρχιζαν και τελείωναν σε αυτά τα καθήκοντα. Ακόμα πιο παλιά, αν κάποιος εκτελούσε χρέη σχολικού διευθυντή σε χωριά της επαρχίας ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει υπηρεσίες γραμματέα στην τοπική κοινότητα. Οι εποχές ήταν πιο γραμμικές, οι νόμοι που ψηφίζονταν για την εκπαίδευση ήταν λίγοι και μακροημέρευαν, και τα παιδαγωγικά προτάγματα ήταν συγκεκριμένα και εθνοκεντρικά.
Περνώντας στο σήμερα, η σχολική μονάδα του 21ου αιώνα έχει αλλάξει σημαντικά και αποτελεί έναν σύνθετο οργανισμό μάθησης, μέσα στον οποίο συνυπάρχουν διαφορετικές προσωπικότητες, επαγγελματικές κουλτούρες, κοινωνικές και πολιτισμικές αφετηρίες, υψηλές προσδοκίες και καθημερινές κρίσεις. Το σχολικό περιβάλλον είναι πολυσυλλεκτικό, πολυπολιτισμικό, πολυφυλετικό και από την άλλη ατομοκεντρικό. Η διοίκησή της, επομένως, απαιτεί εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και όχι απλώς εμπειρία ή καλή πρόθεση.
Κατά συνέπεια, ο διευθυντής οφείλει να γνωρίζει σε βάθος τη διοίκηση της διδασκαλίας (instructional leadership), διότι ο πυρήνας της ύπαρξης κάθε σχολείου είναι η μάθηση και η ποιότητα της διδασκαλίας. Ένας διευθυντής που αδυνατεί να υποστηρίξει παιδαγωγικά τους εκπαιδευτικούς, να αξιοποιήσει δεδομένα μάθησης, να οργανώσει επαγγελματικές κοινότητες μάθησης, να καθοδηγήσει διαδικασίες αναστοχασμού και βελτίωσης της διδασκαλίας, στην πραγματικότητα δεν διοικεί το σχολείο, αλλά απλώς διαχειρίζεται το κτήριο μέσα στο οποίο αυτό στεγάζεται. Έχω παρατηρήσει διευθυντές που νομίζουν ότι η ηγεσία της διδασκαλίας εξαντλείται στην απροσχεδίαστη οργάνωση επιμόρφωσης για τους εκπαιδευτικούς ανεξαρτήτως της φάσης σταδιοδρομίας τους και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της εκπαίδευσης ενηλίκων. Πόσοι εκπαιδευτικοί και διευθυντές σήμερα γνωρίζουν πώς μαθαίνουν οι ενήλικοι; Και όταν λέμε ενήλικοι εννοούμε εκείνους που είναι βαθιά μέσα στην ενηλικότητα.
Παράλληλα, ο σχολικός ηγέτης οφείλει να υπηρετεί τις αρχές και να εφαρμόζει τις πρακτικές της μετασχηματιστικής ηγεσίας (transformational leadership), επειδή τα σχολεία δεν αλλάζουν με εγκυκλίους ούτε με διαταγές - οι οποίες βέβαια σήμερα είναι πολλές και φτάνουν στην κατώτατη βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος με ραγδαίο ρυθμό - αλλά με την αλλαγή της οργανωσιακής τους κουλτούρας. Η έμπνευση, η δημιουργία κοινού οράματος, η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, η καλλιέργεια εμπιστοσύνης και η ανάπτυξη επαγγελματικής δέσμευσης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για κάθε ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η διοίκηση χωρίς δυνατότητα μετασχηματισμού της κουλτούρας σαφώς δεν συνιστά ηγεσία και δεν είναι τίποτε άλλο από μία απλή διαχείριση της σχολικής καθημερινότητας. Οι περισσότεροι Έλληνες διευθυντές φοβάμαι ότι εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία.
Μέσα στο σύγχρονο σχολικό περιβάλλον, το πολυπολιτισμικό, το πολυταυτοτικό, το ανεκτικό, το προσανατολισμένο στην συμπερίληψη όλων ιδιαίτερη σημασία αποκτά η διαχείριση συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις σε έναν οργανισμό γνώσης είναι αναπόφευκτες και, υπό προϋποθέσεις, δημιουργικές. Όταν όμως ο διευθυντής αδυνατεί να τις προλάβει, να τις αποκλιμακώσει ή να τις επιλύσει με επιστημονικά τεκμηριωμένες τεχνικές διαπραγμάτευσης και διαμεσολάβησης, τότε μετατρέπεται ο ίδιος σε παράγοντα αποσταθεροποίησης του οργανισμού. Θα το διατυπώσω όσο πιο καθαρά μπορώ: όποιος δεν μπορεί να διαχειριστεί συγκρούσεις, δεν μπορεί να διοικήσει ανθρώπους. Και αν δεν μπορεί να διοικήσει ανθρώπους, δεν έχει θέση στη διοίκηση ενός σχολείου, πόσο μάλλον στη διοίκηση μεγάλων εκπαιδευτικών οργανισμών…
Το ίδιο ισχύει και για τη διαχείριση κρίσεων. Η σύγχρονη σχολική πραγματικότητα είναι γεμάτη απρόβλεπτα γεγονότα, από περιστατικά βίας και ατυχήματα έως σοβαρές κοινωνικές ή ψυχολογικές κρίσεις. Ο διευθυντής καλείται να λαμβάνει για πρωτόγνωρα επεισόδια αποφάσεις υπό πίεση, με περιορισμένο χρόνο και ατελή πληροφόρηση. Αυτό δεν αποτελεί προσωπικό χάρισμα αλλά γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεται, ερευνάται και αξιολογείται.
Εξίσου αναγκαία είναι η γνώση της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Τα σχολεία του σήμερα είναι πολυπολιτισμικές κοινότητες μάθησης και η διοίκησή τους απαιτεί κατανόηση της διαφορετικότητας, πρόληψη στερεοτύπων, ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου κάθε μαθητής αισθάνεται ότι ανήκει. Ο διευθυντής που αδυνατεί να οικοδομήσει μια κουλτούρα συμπερίληψης αδυνατεί να υπηρετήσει τον παιδαγωγικό σκοπό του σχολείου.
Τέλος, ο διευθυντής πρέπει να γνωρίζει εκπαίδευση ενηλίκων, διότι οι εκπαιδευτικοί δεν διοικούνται όπως οι μαθητές. Είναι ενήλικοι επαγγελματίες με εμπειρίες, ανάγκες, κίνητρα και προσδοκίες. Η παρακίνηση, η επιμόρφωση, η ανατροφοδότηση, η καθοδήγηση και η επαγγελματική τους ανάπτυξη προϋποθέτουν βαθιά γνώση των αρχών μάθησης ενηλίκων. Αυτό σημαίνει ότι συνάπτει εξ αρχής μαζί τους συμβόλαιο επιμόρφωσης στο οποίο εκείνοι καθορίζουν σε τι και πώς θα επιμορφωθούν. Όποιος αγνοεί αυτή τη διάσταση, πολύ σύντομα θα διαπιστώσει ότι οι τυπικές εξουσίες της θέσης του δεν αρκούν για να εμπνεύσουν ούτε να κινητοποιήσουν έναν εκπαιδευτικό οργανισμό.
Η εποχή κατά την οποία η διοίκηση σχολείων αντιμετωπιζόταν ως φυσική προέκταση της διδακτικής εμπειρίας έχει παρέλθει οριστικά. Η σχολική ηγεσία αποτελεί πλέον διακριτή επιστημονική πειθαρχία με δική της θεωρία, ερευνητικά δεδομένα και αποδεδειγμένες καλές πρακτικές. Η άγνοια αυτών των γνωστικών αντικειμένων δεν συνιστά απλώς επιστημονικό έλλειμμα, αλλά συνιστά κρίσιμο διοικητικό κίνδυνο για το σχολείο και τους ανθρώπους του. Και γι' αυτό, κατά την άποψή μου αλλά κυρίως σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές των Διεθνών Οργανισμών, όποιος αναλαμβάνει τη διοίκηση μιας σχολικής μονάδας ή ενός μεγάλου εκπαιδευτικού οργανισμού χωρίς επαρκή γνώση της διοίκησης της διδασκαλίας, της μετασχηματιστικής ηγεσίας, της διαχείρισης συγκρούσεων, της διαχείρισης κρίσεων, της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης ενηλίκων δεν είναι απλώς ανεπαρκώς προετοιμασμένος, αλλά είναι, τουλάχιστον, ακατάλληλος, αν όχι επικίνδυνος, για την ευθύνη που αναλαμβάνει.