Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα άρθρα που επιχειρηματολογούν υπέρ της κατάργησης του εξεταστικού συστήματος των Πανελληνίων Εξετάσεων. Ταυτόχρονα δημοσιεύονται κείμενα στα οποία περιέχονται άμεσες και έμμεσες επιθέσεις στους /στις βαθμολογητές/βαθμολογήτριες αυτών των εξετάσεων. Καθόλου τυχαία κατά την άποψή μου.
Και οι δύο κατηγορίες άρθρων στοχεύουν στα ίδια: πρώτον η κοινή γνώμη πρέπει να πειστεί ότι το, παρά τις αδυναμίες του, αδιάβλητο σύστημα των Πανελληνίων είναι ανάγκη ν’ αλλάξει και δεύτερον το εξεταστικό σύστημα που θα το διαδεχθεί πρέπει να γίνει πανηγυρικά αποδεκτό σαν το μόνο πραγματικά ασφαλές, χωρίς αντιδράσεις και αμφισβητήσεις. Ο πρώτος στόχος είναι εύκολος. Οι Πανελλήνιες Εξετάσεις έχουν καταντήσει εξάλλου εφιάλτης για την ελληνική οικογένεια. Για να επιτευχθεί όμως ο δεύτερος χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια. Έτσι εφαρμόζεται από επώνυμα και ανώνυμα «παπαγαλάκια» η παλιά δοκιμασμένη μέθοδος της συκοφάντησης. Προβάλλοντας τον ανθρώπινο παράγοντα ως βασικό μειονέκτημα της βαθμολόγησης, ιδιαίτερα των φιλολογικών μαθημάτων, απαξιώνουν τους/τις βαθμολογητές/βαθμολογήτριες. Οι βαθμολογητές/βαθμολογήτριες άμεσα ή έμμεσα χαρακτηρίζονται άδικοι/-ες και ανεπαρκείς .Κατηγορούνται ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους πως κάθε τετράδιο είναι κι ένα παιδί, βαθμολογούν διεκπεραιωτικά και εξαντλούν την αυστηρότητά τους. Γι’ αυτό και προτείνεται να αντικατασταθούν με ένα ηλεκτρονικό σύστημα αυτόματης βαθμολόγησης.
Όλα αυτά λέγονται στο πλαίσιο της προπαγάνδισης του περίφημου Εθνικού Απολυτηρίου. Και παρά πολλά αποκρύπτονται, όπως για παράδειγμα η ολοκληρωτική μετατροπή του Λυκείου σε εξεταστικό κέντρο λόγω της Τράπεζας Θεμάτων, η προώθηση της παραπαιδείας, η σταδιακή ιδιωτικοποίηση του δημόσιου σχολείου(ιδιωτικά ιδρύματα και τράπεζες αναλαμβάνουν δημόσια σχολεία, κατάργηση σχολικών επιτροπών), η καπιταλιστική λογική της μετρήσιμης παραγωγικότητας και της αντιμετώπισης του σχολείου σαν επιχείρηση, η δραματική μείωση της κοινωνικής κινητικότητας που επέτρεπε στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο και τελικά η απουσία ελπίδας για τη νέα γενιά.
Γι’ αυτό ως καθηγήτρια-βαθμολογήτρια (πάνω από τρεις δεκαετίες) κι έχοντας δουλέψει σε διαφορετικά βαθμολογικά κέντρα απευθύνομαι στα ανώνυμα και επώνυμα «παπαγαλάκια» και τους λέω: Συνεχίστε την καλή δουλειά .Σίγουρα θα ανταμειφθείτε. Κι εμείς, οι βαθμολογητές και οι βαθμολογήτριες , θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε στις σχολικές αίθουσες μαζί με τους μαθητές και τις μαθήτριές μας, να μοιραζόμαστε τα άγχη τους, να συμπαραστεκόμαστε στα προβλήματά τους , να λυπόμαστε και να χαιρόμαστε μαζί τους. Και ναι, θα συνεχίσουμε να βαθμολογούμε(όσο΄ακόμα μας το επιτρέπουν) με υψηλό αίσθημα ευθύνης και πραγματικό ενδιαφέρον για τα παιδιά μας.
Αιμιλία Βαξαβανέλλη
Φιλόλογος-Βαθμολογήτρια