Η λέξη «λειτουργός» αποτελεί μία από τις πλέον φορτισμένες εννοιολογικά λέξεις της ελληνικής πολιτικής και διοικητικής παράδοσης. Ετυμολογικά προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων «λεῖτος» (λεώς, λαός) και «έργον» και αποδίδει εκείνον που επιτελεί έργο προς όφελος του συνόλου, υπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον και όχι ατομικές ή ιδιωτικές επιδιώξεις. Ο λειτουργός δεν είναι απλώς ένας εργαζόμενος που εκτελεί καθήκοντα έναντι αμοιβής, αλλά είναι φορέας δημόσιας αποστολής, θεματοφύλακας θεσμών και αξιών που υπερβαίνουν το στενό πλαίσιο της εργασιακής σχέσης.
Το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα αναγνωρίζει ρητώς ως λειτουργούς συγκεκριμένες κατηγορίες δημοσίων προσώπων. Οι δικαστικοί λειτουργοί απολαμβάνουν ιδιαίτερης συνταγματικής κατοχύρωσης ως θεματοφύλακες της λαϊκά απαιτητής δικαιοσύνης, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στους πανεπιστημιακούς δασκάλους ως δημόσιους λειτουργούς που υπηρετούν την επιστήμη, την ακαδημαϊκή έρευνα και την ανώτατη εκπαίδευση. Ωστόσο, η μεγαλύτερη κατηγορία λειτουργών της ελληνικής κοινωνίας, οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, παραμένουν εκτός αυτής της ρητής συνταγματικής αναγνώρισης.
Η παράλειψη αυτή προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν το Σύνταγμα να αναγνωρίζει ως λειτουργούς όσους διδάσκουν στα πανεπιστήμια, αλλά να μην αναγνωρίζει αντίστοιχα εκείνους που αναλαμβάνουν το θεμελιώδες έργο της διαμόρφωσης των πολιτών από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης; Πώς είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται λειτουργηματική η ανώτατη εκπαίδευση και να αντιμετωπίζεται ως απλή δημοσιοϋπαλληλική απασχόληση η εκπαίδευση που οικοδομεί τις γνωστικές, κοινωνικές και ηθικές βάσεις του μελλοντικού πολίτη;
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι οι ίδιες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών, με κορυφαία την ΟΛΜΕ (Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης), αναφέρονται διαχρονικά στους εκπαιδευτικούς ως λειτουργούς της εκπαίδευσης. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αποτελεί ασφαλώς μία κολακευτική συνδικαλιστική υπερβολή ούτε επικοινωνιακό σχήμα για να ευλογήσουμε τα γένια μας. Αντανακλά την πραγματική φύση του έργου τους. Ο εκπαιδευτικός δεν διαχειρίζεται τις οφειλόμενες υπ’ αυτού διδακτικές ώρες, ούτε δίνει διαλέξεις. Διαμορφώνει ανθρώπους, μεταδίδει αξίες, συγκροτεί ανθρώπινο κεφάλαιο και συμβάλλει στη διατήρηση της δημοκρατίας μέσω της εκπαίδευσης των νέων γενεών.
Παρά ταύτα, τις τελευταίες δεκαετίες το επάγγελμα του εκπαιδευτικού βρίσκεται αντιμέτωπο με μία πρωτοφανή κρίση κύρους. Η κοινωνιολογία των επαγγελμάτων αντιμετώπισε επί μακρόν την εκπαίδευση ως «ημιεπάγγελμα» (semi-profession) – και όχι αδίκως - καθώς θεωρήθηκε ότι δεν διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά των κλασικών επαγγελμάτων, όπως της ιατρικής ή του δικαίου. Ωστόσο, οι σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις γύρω από την επαγγελματοποίηση της διδασκαλίας και της σχολικής ηγεσίας έχουν αναδείξει ότι οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν πλέον διακριτή γνωστική βάση, επαγγελματικές δεξιότητες, σύνθετες ικανότητες και αυξημένες απαιτήσεις λογοδοσίας, στοιχεία που δικαιολογούν την αναβάθμιση του επαγγελματικού τους status.
Δυστυχώς, την ίδια στιγμή που διεθνώς αναπτύσσονται πολιτικές επαγγελματικής ενδυνάμωσης των εκπαιδευτικών, στην Ελλάδα παρατηρείται μία αντίστροφη τάση. Η σταδιακή προσχώρηση στις νεοφιλελεύθερες επιταγές και στα προτάγματα της Νέας Δημόσιας Διοίκησης (New Public Management) οδήγησε στη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τον εκπαιδευτικό ως φορέα παιδείας στον εκπαιδευτικό ως διαχειριστή δεικτών, διαδικασιών και διοικητικών απαιτήσεων. Η γλώσσα της αποστολής αντικαταστάθηκε από εκείνη της απόδοσης, η έννοια του λειτουργού από εκείνη του εκτελεστή πολιτικών αποφάσεων, έξωθεν εν πολλοίς υπαγορευμένων.
Το αποτέλεσμα είναι σήμερα ορατό, καθώς σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά και στην Ελλάδα καταγράφεται δυσκολία προσέλκυσης ικανών νέων στο επάγγελμα. Οι νέοι επιστήμονες απομακρύνονται από τη διδασκαλία, ενώ πολλοί εκπαιδευτικοί εγκαταλείπουν πρόωρα το επάγγελμα. Η εξέλιξη αυτή της μαζικής διαρροής εκπαιδευτικών και σχολικών ηγετών από τα εκπαιδευτικά επαγγέλματα δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται σε δύο αλληλένδετους παράγοντες: την οικονομική υποβάθμιση και τη συμβολική απαξίωση.
Η αμοιβή των εκπαιδευτικών παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από εκείνη άλλων πτυχιούχων επαγγελματιών αντίστοιχου επιπέδου σπουδών και ευθύνης, και εντός της ελληνικής πραγματικότητας και σε σχέση με τα διεθνή δεδομένα. Παράλληλα, η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει τους εκπαιδευτικούς ως πρόβλημα που πρέπει να ελεγχθεί (βλέπε αξιολόγηση μέσω τυχαίας παρατήρησης τάξης) και όχι ως ανθρώπινο κεφάλαιο στο οποίο πρέπει να επενδύσει η κοινωνία. Η εκ των άνω απαξίωση του επαγγέλματος λειτουργεί σωρευτικά και υπονομεύει τόσο την επαγγελματική αυτοεκτίμηση των εκπαιδευτικών όσο και την κοινωνική ελκυστικότητα της σταδιοδρομίας.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορική ευκαιρία. Η ρητή αναγνώριση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ως λειτουργών της ελληνικής Πολιτείας δεν θα είχε μόνο τον συμβολικό της χαρακτήρα, αλλά θα αποτελούσε μία θεσμική πράξη αναγνώρισης της σημασίας της εκπαίδευσης για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη της Ελλάδας.
Μία τέτοια αναγνώριση ασφαλώς δεν θα έλυνε αυτομάτως τα χρόνια προβλήματα και τις παθογένειες της ελληνικής εκπαίδευσης. Θα μπορούσε όμως να αποτελέσει την αφετηρία για μια νέα κοινωνική συμφωνία ανάμεσα στην Πολιτεία και τους εκπαιδευτικούς. Μία συμφωνία που θα στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στην επαγγελματική εμπιστοσύνη, στη διαρκή ανάπτυξη και στην έμπρακτη αναγνώριση ότι η εκπαίδευση δεν είναι μία ακόμη δημόσια υπηρεσία αλλά ο θεμελιώδης μηχανισμός μέσω του οποίου μία κοινωνία αναπαράγει τις αξίες, τη γνώση και το μέλλον της.
Η αναγνώριση των εκπαιδευτικών ως συνταγματικά κατοχυρωμένων λειτουργών δεν αποτελεί συντεχνιακό αίτημα καμίας ομοσπονδίας αλλά ουσιώδες ζήτημα εκπαιδευτικής πολιτικής. Αποτελεί επένδυση στη δημοκρατία και στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας.
*PhD στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης.
Επιστημονικός συνεργάτης e-learning ΕΚΠΑ