Γι’ αυτό και η ιδέα του πολλαπλού βιβλίου αποτέλεσε μια σημαντική παιδαγωγική κατάκτηση. Όχι επειδή προσθέτει περισσότερα εγχειρίδια στα σχολικά σακίδια, αλλά επειδή αμφισβητεί τη λογική της μοναδικής αλήθειας. Αναγνωρίζει ότι η γνώση δεν φτάνει πάντοτε στον μαθητή από τον ίδιο δρόμο. Ότι οι μαθητές δεν είναι όλοι ίδιοι. Και ότι οι εκπαιδευτικοί δεν είναι απλοί εκτελεστές ενός κεντρικού σχεδίου.
Σε χώρες όπου το πολλαπλό βιβλίο λειτούργησε δημιουργικά, δεν αντιμετωπίστηκε ως αγορά σχολικών προϊόντων. Αντιμετωπίστηκε ως διεύρυνση της παιδαγωγικής ελευθερίας. Ο εκπαιδευτικός μπορούσε να αντλεί υλικό από περισσότερα του ενός εγχειρίδια, να προσαρμόζει τη διδασκαλία στις ανάγκες της τάξης του, να επιλέγει δραστηριότητες, ασκήσεις και παραδείγματα που ανταποκρίνονταν στις πραγματικές δυνατότητες και δυσκολίες των μαθητών του.
Αυτή είναι η ουσία του θεσμού: η μετατόπιση από το ένα και μοναδικό βιβλίο προς την πολυφωνία των πηγών και την πολυτροπική μάθηση.
Και όμως, η επικείμενη εφαρμογή του θεσμού στην Ελλάδα κινδυνεύει να μετατρέψει αυτή την παιδαγωγική τομή σε μια γραφειοκρατική διαδικασία επιλογής «νικητών» και «ηττημένων» βιβλίων. Εκπαιδευτικοί σύλλογοι σε όλη τη χώρα επισημαίνουν ασφυκτικές προθεσμίες, ελλιπή προετοιμασία και διαδικασίες εξπρές που τους καλούν να αποφασίσουν μέσα σε λίγες ημέρες για βιβλία που θα χρησιμοποιηθούν δύο σχολικά έτη αργότερα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το εξόφθαλμο παράδοξο.
Η πολιτεία μοιάζει να εισάγει έναν θεσμό που γεννήθηκε για να ενισχύσει την επαγγελματική αυτονομία του εκπαιδευτικού, αλλά τον εφαρμόζει με όρους διοικητικής βιασύνης. Σαν να φυτεύει κανείς ένα δέντρο και να βιάζεται να μετρήσει τους καρπούς πριν ακόμη απλώσουν οι ρίζες του.
Το πολλαπλό βιβλίο δεν μπορεί να εξαντλείται στην υποχρέωση ενός συλλόγου διδασκόντων να διαλέξει ένα βιβλίο από μια λίστα. Αν συμβεί αυτό, τότε απλώς θα έχουμε αντικαταστήσει το παλιό μονοπώλιο με έναν νέο μηχανισμό ανταγωνισμού. Θα έχουμε χάσει το πνεύμα της επιδιωκόμενης ανανέωσης και θα έχουμε κρατήσει μόνο το περίβλημα.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιο βιβλίο θα επικρατήσει. Δεν είναι καν αν το Α ή το Β εγχειρίδιο είναι καλύτερο. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν ο εκπαιδευτικός θα έχει πραγματικά στη διάθεσή του το σύνολο των εγκεκριμένων βιβλίων, ώστε να μπορεί να επιλέγει, να συνδυάζει, να προσαρμόζει.
Γιατί η τάξη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι είκοσι ή είκοσι πέντε διαφορετικά παιδιά. Με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικούς ρυθμούς μάθησης. Εκεί ακριβώς δοκιμάζεται η αξία του πολλαπλού βιβλίου. Όχι στην ύπαρξη πολλών τίτλων αλλά στη δυνατότητα του δασκάλου να αξιοποιεί δημιουργικά αυτή την ποικιλία.
Αν ο θεσμός οδηγήσει τελικά κάθε σχολική μονάδα να επιλέγει ένα μόνο βιβλίο και τα υπόλοιπα να παραμένουν καταχωρισμένα σε κάποια ψηφιακή πλατφόρμα, τότε θα έχουμε χάσει τον πυρήνα της μεταρρύθμισης. Θα έχουμε κρατήσει τον τίτλο και θα έχουμε εγκαταλείψει το περιεχόμενο.
Το πολλαπλό βιβλίο δεν γεννήθηκε για να δημιουργήσει μια αγορά σχολικών εγχειριδίων. Δεν σχεδιάστηκε για να αναδείξει νικητές και ηττημένους. Γεννήθηκε για να αμφισβητήσει την αυθεντία του ενός βιβλίου και να δώσει περισσότερο χώρο στην παιδαγωγική κρίση του εκπαιδευτικού.
Κάποιος θα αντιτείνει ότι όλα αυτά είναι παιδαγωγικά ορθά αλλά οικονομικά δυσβάστακτα. Ότι το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να τυπώσει, να αποθηκεύσει και να διανείμει ταυτόχρονα το σύνολο των εγκεκριμένων βιβλίων σε κάθε σχολική μονάδα της χώρας. Πρόκειται, πράγματι, για έναν προβληματισμό που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Όμως το ερώτημα είναι αν το κόστος αυτό αποφεύγεται ή απλώς μετακινείται.
Σήμερα, ακόμη και μέσα στο καθεστώς του ενός βιβλίου, οι εκπαιδευτικοί αναζητούν συμπληρωματικό υλικό, φωτοτυπούν ασκήσεις, εκτυπώνουν κείμενα, αξιοποιούν αποσπάσματα από άλλα εγχειρίδια και ψηφιακές πηγές για να καλύψουν τις ανάγκες των μαθητών τους. Η καθημερινότητα του σχολείου είναι γεμάτη από αυτές τις αλλού μικρές κι αλλού συστηματικότερες πράξεις παιδαγωγικής υποστήριξης.
Πίσω από κάθε στοίβα φωτοτυπιών υπάρχει συνήθως ένας εκπαιδευτικός που προσπαθεί να καλύψει ένα κενό. Πίσω από κάθε συμπληρωματικό φυλλάδιο υπάρχει μια προσπάθεια προσαρμογής του μαθήματος στις ανάγκες πραγματικών παιδιών και όχι ενός αφηρημένου «μέσου μαθητή».
Το ίδιο συμβαίνει και με τις οικογένειες. Πολλές φορές αναλαμβάνουν αθόρυβα ένα μέρος της εκπαιδευτικής δαπάνης μέσα από εκτυπώσεις, αναλώσιμα, χαρτί, μελάνια ή πρόσθετο υποστηρικτικό υλικό. Το κόστος δεν εξαφανίζεται. Απλώς διαχέεται και συχνά αποκρύπτεται.
Έτσι, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πόσα χρήματα θα δαπανήσει το κράτος στη νέα συνθήκη, αλλά και ποιος τελικά θα κληθεί να πληρώσει το πραγματικό κόστος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Όταν το δημόσιο σχολείο δεν διαθέτει οργανωμένα και ισότιμα τους μορφωτικούς πόρους που χρειάζεται, η επιβάρυνση μεταφέρεται, συνήθως αθόρυβα, στους εκπαιδευτικούς, στις σχολικές μονάδες και στις οικογένειες.
Το πολλαπλό βιβλίο δεν πρέπει να γίνει ένας μηχανισμός που θα εντείνει αυτή τη μετατόπιση του κόστους. Οφείλει να λειτουργήσει θεραπευτικά απέναντί της. Η φιλοσοφία του δεν είναι να υποχρεώσει τον δάσκαλο να αναζητά μόνος του υλικό ούτε να καλεί τους γονείς να καλύπτουν τα κενά του συστήματος. Αντίθετα, σκοπός του είναι να εξασφαλίσει ότι το δημόσιο σχολείο διαθέτει ήδη, με οργανωμένο και ισότιμο τρόπο, την ποικιλία των εργαλείων που χρειάζονται οι εκπαιδευτικοί για να ανταποκριθούν στις διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες των παιδιών.
Διότι η ισότητα στην εκπαίδευση δεν κρίνεται μόνο από το αν όλα τα παιδιά λαμβάνουν το ίδιο βιβλίο. Κρίνεται και από το αν όλα τα παιδιά έχουν πρόσβαση στον ίδιο πλούτο μορφωτικών δυνατοτήτων.
Η παιδαγωγική πρόοδος, άλλωστε, δεν γεννιέται από την ομοιομορφία. Γεννιέται από τη δυνατότητα του σχολείου να αναγνωρίζει τη διαφορά. Και η διαφορά δεν αφορά μόνο τους μαθητές. Αφορά και τους τρόπους με τους οποίους διδάσκουμε, τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε, τα κείμενα που επιλέγουμε, τις ερωτήσεις που θέτουμε και τις διαδρομές που ανοίγουμε μέσα στην τάξη.
Γι’ αυτό το πολλαπλό βιβλίο αξίζει να υποστηριχθεί. Όχι όμως ως μια διαδικασία επιλογής ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενους τίτλους. Αξίζει να υποστηριχθεί ως ένας θεσμός που αποκαθιστά την εμπιστοσύνη στον εκπαιδευτικό και αναγνωρίζει ότι η γνώση δεν κατοικεί αποκλειστικά σε ένα εγχειρίδιο.
Στην πραγματικότητα, η συζήτηση για το πολλαπλό βιβλίο είναι μια συζήτηση για το τι σχολείο θέλουμε. Αν το πολλαπλό βιβλίο καταλήξει να είναι ένας διαγωνισμός τίτλων, τότε το σχολείο θα έχει αλλάξει βιβλία χωρίς να αλλάξει λογική. Θα έχουμε μετακινηθεί από έναν κατάλογο σε έναν άλλο κατάλογο, χωρίς να έχουμε αγγίξει την ουσία.
Αν όμως εξελιχθεί σε πραγματικό εργαλείο παιδαγωγικής ελευθερίας, τότε ίσως σηματοδοτήσει κάτι βαθύτερο: τη σταδιακή απομάκρυνση από το σχολείο της ομοιομορφίας και την προσέγγιση ενός σχολείου που αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα των μαθητών, την ευθύνη των εκπαιδευτικών και τη σύνθετη φύση της γνώσης.
Και τότε ο θεσμός του πολλαπλού βιβλίου δεν θα είναι απλώς μια ακόμη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Θα συνιστά μια διαφορετική αντίληψη για τη μάθηση, για τη γνώση και τελικά για το ίδιο το δημόσιο σχολείο.
Πάνος Δρακόπουλος
Δάσκαλος - [email protected]