Σε μια δραματική καταγγελία προχωρά ο Σύλλογος Περιφερειακών Υπηρεσιών, αναδεικνύοντας τις επικίνδυνες συνθήκες εργασίας και τη χρόνια στεγαστική κρίση στο κτήριο της Λεωφόρου Συγγρού 165 στη Νέα Σμύρνη, όπου συστεγάζονται οι Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δ΄ Αθήνας, καθώς και το 1ο ΚΕΔΑΣΥ.
Όπως επισημαίνεται, οι υπάλληλοι βρίσκονται για ακόμη ένα καλοκαίρι αντιμέτωποι με την πλήρη κατάρρευση του συστήματος ψύξης-θέρμανσης, ένα πλήρως καταγεγραμμένο πρόβλημα που εκκρεμεί άλυτο από το 2017, παρά τις δεκάδες αυτοψίες, καταγγελίες και υποσχέσεις των αρμοδίων.
Η κατάσταση εντός του κτηρίου περιγράφεται ως άκρως δυσλειτουργική και επικίνδυνη, καθώς πέρα από τη θερμική καταπόνηση, έχουν καταγραφεί πτώσεις παραθύρων, τραυματισμοί προσωπικού, βλάβες στους ανελκυστήρες και σοβαρά ηλεκτρολογικά προβλήματα.
Η Ομοσπονδία εκφράζει έντονη ανησυχία για την υγεία των υπαλλήλων, ιδίως όσων ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, αλλά και για την ασφάλεια των εκατοντάδων πολιτών, γονέων και μαθητών με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που επισκέπτονται καθημερινά το 1ο ΚΕΔΑΣΥ.
Καταγγέλλοντας ένα διαρκές παιχνίδι μετακύλισης ευθυνών ανάμεσα στο Υπουργείο Παιδείας, την Περιφέρεια Αττικής και το ΜΤΠΥ, ο Σύνδεσμος απαιτεί την άμεση αποκατάσταση του κλιματισμού, την τοποθέτηση φορητών μονάδων, την άμεση εφαρμογή τηλεργασίας κατά τις ημέρες του καύσωνα, καθώς και τη διενέργεια επείγουσας αυτοψίας από την Επιθεώρηση Εργασίας, ξεκαθαρίζοντας ότι η υπομονή των εργαζομένων έχει πλέον εξαντληθεί.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του Συλλόγου Περιφερειακών Υπηρεσιών:
Για μία ακόμη χρονιά οι εργαζόμενοι των υπηρεσιών που στεγάζονται στο κτήριο της Λεωφόρου Συγγρού 165 στη Νέα Σμύρνη, όπου λειτουργούν η Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δ΄ Αθήνας, η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δ΄ Αθήνας και το 1ο ΚΕΔΑΣΥ Δ΄ Αθήνας, βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του συστήματος ψύξης – θέρμανσης, σε μία περίοδο κατά την οποία οι υψηλές θερμοκρασίες και οι πιθανές συνθήκες καύσωνα καθιστούν επιβεβλημένη τη λήψη άμεσων μέτρων προστασίας.
Δυστυχώς, το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν αφορά μία ακόμη τεχνική βλάβη, ούτε κάποιο περιστατικό που προέκυψε αιφνιδίως.
Αποτελεί ένα διαχρονικό, γνωστό και πλήρως καταγεγραμμένο πρόβλημα, για το οποίο οι αρμόδιοι φορείς έχουν ενημερωθεί επανειλημμένως εδώ και τουλάχιστον εννέα χρόνια, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει δοθεί οριστική λύση.
Ήδη από το έτος 2017 οι ίδιες οι υπηρεσίες της Δ΄ Αθήνας, η Περιφέρεια Αττικής και οι αρμόδιοι τεχνικοί φορείς επεσήμαναν σοβαρές δυσλειτουργίες στις εγκαταστάσεις του κτηρίου, μεταξύ των οποίων και στο σύστημα ψύξης – θέρμανσης, ζητώντας άμεσες παρεμβάσεις.
Έκτοτε ακολούθησαν δεκάδες αναφορές των υπηρεσιών, καταγγελίες των εργαζομένων, παρεμβάσεις του ΣΥΠΥΥΠ, αυτοψίες, τεχνικοί έλεγχοι, δεσμεύσεις των αρμόδιων φορέων, υποσχέσεις και εξαγγελίες, χωρίς όμως να επιτευχθεί η οριστική επίλυση του προβλήματος.
Το πρόβλημα του συστήματος ψύξης – θέρμανσης δεν μπορεί να εξετάζεται αυτόνομα, αλλά σε συνδυασμό με τη συνολική δυσλειτουργική κατάσταση του κτηρίου. Πτώσεις και αποκολλήσεις παραθύρων και λοιπών σταθερών στοιχείων του κτηρίου, τραυματισμοί εργαζομένων, δυσλειτουργίες ανελκυστήρων, προβλήματα ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, ζητήματα προσβασιμότητας, προβλήματα εξαερισμού και επαναλαμβανόμενες βλάβες, αποτελούν μέρος μιας πραγματικότητας που επί σειρά ετών επιβεβαιώνει ότι οι παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται είναι συνήθως αποσπασματικές και προσωρινού χαρακτήρα, χωρίς να αντιμετωπίζουν οριστικά τις αιτίες των προβλημάτων.
Το αποτέλεσμα είναι, οι συνάδελφοί μας να συνεχίζουν να εργάζονται υπό συνθήκες θερμικής καταπόνησης, οι οποίες όχι μόνο δυσχεραίνουν την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά δύνανται να επηρεάσουν δυσχερώς την υγεία και την ασφάλειά τους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι στις συγκεκριμένες υπηρεσίες εργάζονται συνάδελφοι με επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό και χρόνια προβλήματα υγείας, ενώ καθημερινά εξυπηρετείται μεγάλος αριθμός πολιτών. Παράλληλα, στο 1ο ΚΕΔΑΣΥ Δ’ Αθήνας, προσέρχονται καθημερινά γονείς και μαθητές, με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη διασφάλισης αξιοπρεπών και ασφαλών συνθηκών παραμονής εντός του κτηρίου.
Υπενθυμίζουμε ότι η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων δεν αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, αλλά θεμελιώδη υποχρέωση όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να παρακολουθούν το διαχρονικό φαινόμενο μετακύλισης ευθυνών μεταξύ Υπουργείου Παιδείας, Περιφέρειας Αττικής και ΜΤΠΥ.
Κανείς πλέον δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε, καθώς η εξέλιξη του προβλήματος είναι καταγεγραμμένη και γνωστή σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς:
- 2017: Οι ίδιες οι υπηρεσίες της Δ΄ Αθήνας, η Περιφέρεια Αττικής και οι αρμόδιοι τεχνικοί φορείς επισημαίνουν σοβαρά προβλήματα στο σύστημα ψύξης – θέρμανσης, στους ανελκυστήρες, στα παράθυρα και γενικότερα στις εγκαταστάσεις του κτηρίου, ζητώντας άμεσες παρεμβάσεις.
- 2018 – 2022: Οι εργαζόμενοι και ο ΣΥΠΥΥΠ, επανέρχονται διαρκώς με παρεμβάσεις και συναντήσεις με τους αρμόδιους φορείς, αναφορές και καταγγελίες για τα προβλήματα του κτηρίου, τη δυσλειτουργία του συστήματος κλιματισμού, τις ελλείψεις ασφάλειας και την ανάγκη εξεύρεσης οριστικής λύσης.
- 2022 – 2025: Η κατάσταση εξακολουθεί να προκαλεί εύλογη ανησυχία στους εργαζομένους, παρατηρούνται περιστατικά που θέτουν σε κίνδυνο εργαζόμενους και κοινό, διατυπώνεται πλέον ανοιχτά η ανάγκη μεταστέγασης των υπηρεσιών και δίνονται νέες δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και την αντικατάσταση του συστήματος ψύξης – θέρμανσης.
- 2026: Παρά τις καταγγελίες, τις αυτοψίες, τις υποσχέσεις, τις δεσμεύσεις και τις εξαγγελίες σχεδόν μίας δεκαετίας, οι εργαζόμενοι βρίσκονται και πάλι αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα.
Δεν είναι δυνατόν, εν έτει 2026, να συζητάμε ακόμη εάν το πρόβλημα υφίσταται, υπάρχει, όταν αυτό επισημαίνεται επανειλημμένως εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.
Δεν είναι δυνατόν για ένα ακόμη καλοκαίρι να υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τη διαμόρφωση εργασιακών συνθηκών που διασφαλίζουν την ασφάλεια και την υγεία των συναδέλφων μας.
Ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο, κατά την οποία το ίδιο το Κράτος εκδίδει κάθε χρόνο ειδικές οδηγίες και μέτρα προστασίας για τους εργαζομένους λόγω ακραίων θερμοκρασιών και φαινομένων καύσωνα, είναι αδιανόητο δημόσιες υπηρεσίες με δεκάδες εργαζόμενους και καθημερινή προσέλευση πολιτών να εξακολουθούν να λειτουργούν χωρίς διασφαλισμένες συνθήκες ψύξης.
Για τους λόγους αυτούς ζητάμε:
- Την άμεση και πλήρη αποκατάσταση της λειτουργίας του συστήματος ψύξης του κτηρίου.
- Τη λήψη όλων των απαραίτητων προσωρινών μέτρων προστασίας, μέχρι την οριστική αποκατάσταση λειτουργίας του συστήματος ψύξης – θέρμανσης, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης φορητών μονάδων κλιματισμού όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό, κατόπιν ελέγχου προς διασφάλιση της ασφαλούς λειτουργίας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του κτηρίου, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα υπερφόρτωσης ή ακόμη και ο κίνδυνος εκδήλωσης πυρκαγιάς.
- Την πλήρη εφαρμογή όλων των εγκυκλίων, οδηγιών και μέτρων που εκδίδονται από το Υπουργείο Εσωτερικών και τους αρμόδιους φορείς για την προστασία των εργαζομένων κατά τις ημέρες επικράτησης ακραίων θερμοκρασιών.
- Την άμεση εφαρμογή τηλεργασίας, όπου η φύση των καθηκόντων το επιτρέπει, κατά τις ημέρες καύσωνα ή/και μέχρι την οριστική αποκατάσταση του προβλήματος στους χώρους που δεν εξασφαλίζουν ασφαλείς και ανεκτές συνθήκες εργασίας.
- Τη λήψη ειδικών μέτρων προστασίας για εργαζομένους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες ή αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένης της τηλεργασίας, της μετακίνησής τους σε κατάλληλους χώρους ή κάθε άλλου πρόσφορου μέτρου που θα διασφαλίζει την προστασία της υγείας τους.
- Την άμεση διενέργεια νέας αυτοψίας από την Επιθεώρηση Εργασίας με έλεγχο των συνθηκών θερμικής καταπόνησης, της τήρησης των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία και της επάρκειας των μέτρων και μέσων προστασίας των εργαζομένων.
- Τη γνωστοποίηση συγκεκριμένου και δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος για την υλοποίηση της οριστικής λύσης που έχει εξαγγελθεί σχετικά με την αντικατάσταση του συστήματος ψύξης – θέρμανσης.
Οι εργαζόμενοι της Δ΄ Αθήνας έχουν επιδείξει επί σειρά ετών υπομονή, υπευθυνότητα και επαγγελματισμό.
Η υπομονή όμως δεν μπορεί να αποτελεί συνεχώς, μόνιμο υποκατάστατο της οριστικής διευθέτησης του προβλήματος.
Οι ενέργειες για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων δεν μπορεί να παραπέμπονται διαρκώς στο μέλλον.
Καλούμε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς να αναλάβουν επιτέλους τις ευθύνες που τους αναλογούν και να προχωρήσουν άμεσα στις απαιτούμενες ενέργειες, πριν βρεθούμε αντιμέτωποι με νέα δυσάρεστα περιστατικά.