Ασκαρδαμυκτί είναι επίρρημα και προέρχεται από το αρχαίο επίθετο «ἀσκαρδάμυκτος», που σημαίνει χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα.
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος παρακολουθεί, κοιτά ή επιτηρεί επίμονα και αδιάκοπα, με ένταση και απόλυτη προσήλωση.
Το επίρρημα αυτό έχει επίσης μεταφορική χρήση. Δηλώνει την παθητικότητα με την οποία αντιλαμβάνεται κάποιος γεγονότα ή καταστάσεις. Λέμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι αρκούνται στο να παρατηρούν ασκαρδαμυκτί τα πράγματα γύρω τους. Εννοούμε με αυτό ότι παρασύρονται από τις καταστάσεις και δεν παίρνουν θέση για τα τεκταινόμενα.
Ετυμολογία
ἀ- (στερητικό)
σκαρδαμύσσω / σκαρδαμύττω = ανοιγοκλείνω τα μάτια
Άρα, ασκαρδαμυκτί = χωρίς βλεφαρισμό.
Παραδείγματα χρήσης
«Τον κοιτούσε ασκαρδαμυκτί, χωρίς να χάσει ούτε κίνηση.»
«Οι εξελίξεις παρακολουθούνται ασκαρδαμυκτί από τις αγορές.»
Η λέξη διατηρεί έντονο λόγιο και δημοσιογραφικό ύφος και χρησιμοποιείται συχνά σε πολιτικά, κοινωνικά ή λογοτεχνικά συμφραζόμενα.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τέλος εποχής για τους δωρεάν τραπεζικούς λογαριασμούς
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom