Τι σημαίνει να μένεις άναυδος και πότε απαυδείς; Πίσω από δύο λέξεις που χρησιμοποιούνται συχνά σε περιπτώσεις έντονων συναισθημάτων κρύβονται αρχαίες ρίζες και ενδιαφέροντα γλωσσικά μονοπάτια.
Άναυδος: Όταν η φωνή σβήνει από το σοκ
Ο όρος άναυδος δηλώνει τον άνθρωπο που, μπροστά σε κάτι απροσδόκητο ή συγκλονιστικό, χάνει προσωρινά τη μιλιά του. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία λέξη ἀναύδος (ἀν- + αὐδή = χωρίς φωνή). Συναντάται σε περιπτώσεις έντονου φόβου, λύπης ή αιφνιδιασμού, και σχετίζεται με λέξεις όπως:
Ενεός: άφωνος
Άλαλος, άφωνος: χωρίς φωνή
Κεχηνώς: με το στόμα ανοιχτό (κυριολεκτικά από το ρ. χάσκω)
Η απώλεια φωνής είναι μία από τις τρεις βασικές "αντιδράσεις" του ανθρώπου μπροστά σε ένα ισχυρό ψυχικό σοκ. Οι άλλες δύο είναι:
Το πλήγμα (εμβρόντητος, κεραυνοβολημένος, αποσβολωμένος)
Η ακινησία (στήλη άλατος, σαστισμένος, αμήχανος, χαμένος)
Απηύδησα: Όταν εξαντλείται η ψυχική αντοχή
Η φράση «έχω απαυδήσει» ή «απηύδησα» χρησιμοποιείται για να εκφράσει πλήρη ψυχική κόπωση, κόρο ή έλλειψη υπομονής. Το ρήμα απαυδώ έχει αρχαιοελληνική προέλευση και σήμαινε αρχικά «αρνούμαι» ή «σταματώ να μιλώ».
Στα ελληνιστικά χρόνια, η σημασία μετατοπίστηκε σε «κουράζομαι τόσο, που δεν έχω πια φωνή», από όπου και η σημερινή χρήση.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, λόγω συχνής χρήσης του τύπου απηύδησα, δημιουργήθηκαν λανθασμένοι τύποι όπως απηυδώ, αντί του σωστού απαυδώ.
Η κοινή ρίζα: Η φωνή και το τραγούδι
Οι λέξεις άναυδος και απαυδώ έχουν κοινή ρίζα την αρχαία λέξη αὐδή (φωνή ανθρώπου), από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα wed- που σήμαινε «μιλώ, τραγουδώ». Από την ίδια ρίζα προέρχονται και άλλες λέξεις της ελληνικής γλώσσας:
Αοιδός, ωδή, άσμα, μελωδία, ραψωδός, τραγωδία, αηδόνι κ.ά.
Έτσι, πίσω από τη φράση «μένω άναυδος» ή «έχω απαυδήσει» βρίσκεται μια βαθιά σχέση της γλώσσας με το σώμα και το συναίσθημα, που καταγράφεται όχι μόνο στην καθημερινή ομιλία αλλά και στις λέξεις που έρχονται από την αρχαιότητα.