Το ρήμα «τερετίζω» είναι σχετικά σπάνιο στη χρήση, γεγονός που το καθιστά άγνωστο ή ασαφές για αρκετούς ομιλητές της ελληνικής γλώσσας.
«Τερετίζω»
Το ρήμα «τερετίζω» (ηχομιμητική λέξη) σημαίνει παράγω τερέτισμα, δηλαδή κάποιον λαρρυγισμό ή σιγανό κελάδημα ή τιτίβισμα, τον ήχο που κάνει το τζιτζίκι ή σιγοτραγουδάω.
Συνώνυμο ρήμα: τιτιβίζω