Η λέξη «αψίκορος» είναι κάπως σπάνια και όχι ευρέως γνωστή, με αποτέλεσμα πολλοί να αγνοούν το νόημά της και τη χρήση της στην ελληνική γλώσσα.
Η λέξη «αψίκορος» είναι μια σύνθετη λέξη με πρώτο συνθετικό το ρήμα «άπτω» (=δένω, ανάβω, αγγίζω, συνάπτω, προσαρμόζω) και δεύτερο συνθετικό το «κόρος» (=κορεσμός, πληρότητα).
Η λέξη έχει τριπλή σημασία:
- είτε αναφέρεται σε αυτόν που χορταίνει γρήγορα,
- είτε σε αυτόν που αλλάζει γρήγορα ορέξεις και επιθυμίες,
- είτε στον οξύθυμο και ευέξαπτο.
Συνώνυμες λέξεις: άστατος, ευμετάβλητος
Αντώνυμες λέξεις: σταθερός
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ανατροπές στις αναθέσεις μαθημάτων: Τι αλλάζει για χιλιάδες εκπαιδευτικούς
Οι 20 βασικοί συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα - Τα ονόματα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Alfavita Newsroom