Στο πεδίο της ελληνικής γλώσσας διεξάγεται διαχρονικά μια προσπάθεια περιορισμού των ξένων γλωσσικών δανείων μέσω της αντικατάστασής τους με εγχώριους όρους. Ωστόσο, η γλωσσική πραγματικότητα αποδεικνύει ότι πολλές από αυτές τις νεοσυσταθείσες λέξεις αποτυγχάνουν να ενταχθούν στην καθημερινή επικοινωνία και τελικά περιέρχονται στη λήθη.
Το «αμφίψωμο» και η ετυμολογική του σημασία
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής αποτελεί η ελληνοποίηση της παγκοσμίως γνωστής αγγλικής λέξης «σάντουιτς». Η ελληνική απόδοση είναι ο όρος «αμφίψωμο», μια λέξη που σήμερα παραμένει σχεδόν άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Η δομή της λέξης είναι απολύτως περιγραφική της σύνθεσής του:
Ετυμολογία: Προέρχεται από τη σύνθεση της πρόθεσης «αμφί» (εκατέρωθεν/και από τις δύο πλευρές) και της λέξης «ψωμί».
Σημασία: Δηλώνει με ακρίβεια ένα έδεσμα το οποίο περιβάλλεται από ψωμί και στις δύο του πλευρές.
Παρά την ετυμολογική της ακρίβεια, η λέξη «αμφίψωμο» δεν κατάφερε να εδραιωθεί στον προφορικό ή γραπτό λόγο. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει έναν βασικό κανόνα της γλωσσολογίας: η χρηστικότητα και η φυσικότητα της ομιλίας υπερισχύουν των τεχνητών γλωσσικών παρεμβάσεων, με αποτέλεσμα το «σάντουιτς» να παραμείνει ο κυρίαρχος όρος.