Οι γονείς σε γενικευμένη ανασφάλεια
Χρήστος Κάτσικας

ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ - ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΛΟΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Οι γονείς σε γενικευμένη ανασφάλεια

Δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια από την εποχή που η λαϊκή και μικροαστική οικογένεια  του αστικού κέντρου και της περιφέρειας θεωρούσε την εκπαίδευση σαν το βασικό κανάλι μέσα από το οποίο οι γόνοι της θα εξασφάλιζαν την επαγγελματική τους αποκατάσταση  και κοινωνική άνοδο.

Αν γυρίσουμε αρκετά πίσω, στη δεκαετία του ΄70 και αλλά και του ΄80, ήταν κοινή πεποίθηση ότι η ασφαλέστερη και πιο προστατευμένη από τον πληθωρισμό επένδυση που μπορούσε να κάνει η ελληνική οικογένεια ήταν η επένδυση στην εκπαίδευση των παιδιών της.

Η καθολικότητα της προσδοκίας για ανώτατες σπουδές ήταν, μάλιστα, τέτοια που δρομολογούσε την -με οποιαδήποτε θυσία- διοχέτευση ενός ικανού μέρους των οικογενειακών πόρων στην εκπαίδευση των παιδιών έτσι ώστε να «προγραμματιστεί» με βεβαιότητα η επαγγελματική κατοχύρωσή τους.

Στα πλαίσια αυτά παραμένουν κλασσικά τα λόγια του αγρότη «χορτάρι να βοσκήσω, αλλά να σπουδάσουν» που λιπαίνονται πάνω στο έδαφος των υπαρκτών αντικειμενικών δυνατοτήτων για κοινωνική άνοδο μέσω του σχολείου.

Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία τα πράγματα έχουν αλλάξει αρκετά. Η απογείωση της ανεργίας και της φτώχειας και η ύπαρξη δεκάδων χιλιάδων νέων με υψηλό καταληκτικό εκπαιδευτικό επίπεδο στους καταλόγους των ανέργων (εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των όρων διαχείρισής της), πριμοδοτεί και ενισχύει, μέσα στη γενικευμένη σύγχυση και απογοήτευση,  μια στρεβλή ανάγνωση της πραγματικότητας, η οποία, βεβαίως, καθώς είναι βολική και αξιοποιήσιμη από τις κυρίαρχες πολιτικές, πριμοδοτείται δεόντως από κάθε είδους «κρατικών ή ιδιωτών ευγενών» οι οποίοι, με άκαμπτη ομοφωνία, ξεσκονίζουν τα ρεφρέν τους με το επιχείρημα ότι δήθεν «εκείνο που απουσιάζει δεν είναι οι θέσεις στην αγορά εργασίας αλλά το κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό που θα τις καλύψει».

Μετατίθεται, κοντολογίς,  και μετακυλίεται  ανεπαίσθητα και παραπλανητικά το πρόβλημα της ανεργίας από τις δομές ενός συστήματος ­ για το οποίο η παραγωγή και αναπαραγωγή εφεδρικού στρατού ανέργων είναι χρυσοφόρα επένδυση ­ στις «πλάτες» των ίδιων των νέων ανέργων που έκαναν το «λάθος» να σπουδάσουν φιλολογία, μαθηματικά, φυσική, ιατρική, αρχιτεκτονική, κοινωνιολογία, βιολογία κ.λπ. σε αριθμούς μεγαλύτερους από ό,τι αντέχει ή επιτάσσει η «θεά» αγορά.

Στα πλαίσια αυτά, μέσα από τη φυσικοποίηση του κοινωνικού, διαβρώνεται το κύρος και η αξιοπιστία του σχολικού συστήματος.

Κόστος και «τιμή» του πτυχίου

Ποιες είναι οι πηγές της δυσαρέσκειας της ελληνικής οικογένειας από το σχολείο;

Η πλειοψηφία των γονέων θεωρούν ότι η εκπαίδευση των παιδιών τους ενώ τους στοιχίζει πολύ ακριβά δεν είναι ικανή να τα προετοιμάσει για την ομαλή ένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Ουσιαστικά οι γονείς μέμφονται το σχολείο για αναποτελεσματικότητα η οποία, σύμφωνα με την άποψή τους, εκφράζεται μ΄ ένα διπλό τρόπο: από τη μια αναγκάζονται να ξοδεύουν πολλά χρήματα για την εκπαίδευση των παιδιών τους έξω από το σχολείο και από την άλλη οι τίτλοι που παρέχονται δεν προοιωνίζονται επαγγελματική κατοχύρωση και αποκατάσταση.

Από τη μια ο «αγώνας δρόμου» για την κατάκτηση μιας θέσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση κοστίζει πάρα πολύ ακριβά στην Ελληνική οικογένεια και από την άλλη η «τιμή» του πτυχίου στην αγορά εργασίας μειώνεται συνεχώς.

Αλλά ας δούμε και τις δυο αυτές παραμέτρους αναλυτικά

Οι ιδιωτικές εκπαιδευτικές δαπάνες

Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων μαθητών φοιτούν σε Δημόσια εκπαιδευτήρια. Η ιδιότητά τους όμως αυτή (η μαθητική), πιστώνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό με σημαντικές δαπάνες (πίνακας 1). Ήδη, με το άνοιγμα των σχολείων, οι γονείς καλούνται να «επιπλώσουν» τη νέα σχολική χρονιά με τον αναλώσιμο εξοπλισμό που περιλαμβάνει γραφική ύλη, φόρμες και παπούτσια γυμναστικής, «βοηθητικά βιβλία - λυσάρια», τσάντα, κ.λπ. που επιβαρύνουν «μετρητοίς» τον οικογενειακό προϋπολογισμό από 200 – 300 ευρώ κατά μέσο όρο και ανάλογα τη σχολική βαθμίδα. Αυτή την περίοδο, επίσης, η ελληνική οικογένεια «κλείνει» τα «συμβόλαια» των εξωσχολικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων των γόνων της, «λειτουργία» που τόσο η καθημερινή εμπειρία, όσο και η έρευνα αναδεικνύουν ότι έχει ανελαστικό χαρακτήρα. Αναφερόμαστε, βεβαίως, κατ΄ αρχήν στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών στα οποία «συνωστίζεται» αναγκαστικά η συντριπτική πλειοψηφία του μαθητικού πληθυσμού. Το ετήσιο κόστος της παρακολούθησης φροντιστηρίου ξένων γλωσσών μαζί με την αγορά των βιβλίων και την εγγραφή αρχίζει κατά μέσο όρο και ανάλογα την βαθμίδα από 350 και ξεπερνάει τις 700 ευρώ αν ο μαθητής βρίσκεται στη φάση των εξετάσεων για τα διπλώματα (π.χ. Lower, Proficiency).

Στη «σειριακή σειρά» σχολείο - φροντιστήριο ξένων γλωσσών προστίθενται, κυρίως στις ηλικίες των μαθητών του Δημοτικού και του Γυμνασίου, οι γνωστές «εξωσχολικές δραστηριότητες» των μαθητών και οι δαπάνες που τις συνοδεύουν: Ωδεία (μουσικά όργανα), Σχολές χορού (μπαλέτο), Γυμναστήρια, Κολυμβητήρια, «Καράτε» καθώς και τα «νεοφώτιστα» φροντιστήρια computer ή τα καλυμμένα φροντιστήρια «απασχόλησης» για παιδιά του Δημοτικού, θα «ροκανίσουν» και φέτος τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, απαιτώντας κατά μέσο όρο 1000 – 1500 ευρώ ετησίως, πέρα από τις δαπάνες για τα «αξεσουάρ» (κιθάρες, στολές κ.λπ.) που ο τιμοκατάλογός τους δεν έχει αρχή και τέλος! Η δαπάνη, όμως, που  «ξαφρίζει την κρέμα» του «σχολικού προϋπολογισμού» της Ελληνικής οικογένειας είναι τα φροντιστήρια γενικών μαθημάτων και τα ιδιαίτερα μαθήματα τα οποία όσο περισσότερο εντείνεται το παιχνίδι του ανταγωνισμού, περιλαμβάνουν στο «πελατολόγιό τους» ολοένα και μικρότερες σχολικές ηλικίες. Έτσι ο μαθητής του Γυμνασίου που θα παρακολουθήσει φροντιστήριο θα «κοστίσει» στην οικογένειά του περίπου 1000 ευρώ ετησίως, ενώ στην περίπτωση του 17χρονου που ετοιμάζεται για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση η δαπάνη μεγαλώνει με γεωμετρική πρόοδο και κυμαίνεται από 3.500 ευρώ έως και 6.000 ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο!

«Επένδυση» και «απόδοση»

Εδώ, βέβαια, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε τα εξής:

Η κοινωνικο-οικονομική θέση της οικογένειας προσδίδει μια διαφορετική σημασία στο «κόστος» και στο «όφελος» που αφορούν την πρόσβαση σε ένα δεδομένο επίπεδο σπουδών. Η αναφορά που κάνουμε αφορά  κυρίως τα μικροαστικά και ένα μέρος των λαϊκών στρωμάτων, που σε μια προηγούμενη περίοδο είχαν τη δυνατότητα και επένδυαν στην εκπαίδευση των παιδιών τους, με στόχο την επαγγελματική και κοινωνική άνοδό τους. Εδώ η εκπαίδευση, εκ των πραγμάτων, αντιμετωπίζεται ως καταναλώσιμο αγαθό και βέβαια, έτσι, είναι αδύνατο να διαχωριστεί από το «επενδυτικό στοιχείο» που παραπέμπει στη μελλοντική «εισοδηματική απόδοση».

Και όσο η ανεργία απειλούσε και έθιγε μόνο τους μη εκπαιδευμένους νέους που στη συντριπτική τους πλειοψηφία προέρχονταν από τις πιο φτωχές οικογένειες, η κριτική του σχολείου παρέμενε εντός κάποιων ορίων, καθώς το ίδιο  θεωρούνταν «ανεύθυνο». Από τη στιγμή, όμως, που η επαγγελματική ανασφάλεια άρχισε να «σαρώνει» και τα διαπιστευτήρια του σχολείου, τα απολυτήρια και τα πτυχία, οι επικρίσεις εναντίον του διευρύνονται αφού η μείωση της κοινωνικής απόδοσης των τίτλων στην αγορά εργασίας, το εύρος της ετεροαπασχόλησης και της ανεργίας των νέων πτυχιούχων, βιώνεται, πλέον, σαν ανικανότητα του ίδιου του σχολείου που φαίνεται αναποτελεσματικό σε σχέση με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Με λίγα λόγια, το σχολείο δέχεται τα πυρά καθώς προβάλλεται ως υπεύθυνο που το επενδυόμενο κεφάλαιο για σπουδές (φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.λπ.) δεν έχει πια την ποθητή  «αποδοτικότητα».

Όταν, λοιπόν, η φοίτηση στην κατ΄ επίφαση ονομαζόμενη δωρεάν Εκπαίδευση συνοδεύεται από υψηλές ιδιωτικές εκπαιδευτικές δαπάνες ενώ  την ίδια στιγμή το σύστημα απασχόλησης απαξιώνει το εκπαιδευτικό της «προϊόν», τον απολυτηριούχο του Λυκείου ή τον πτυχιούχο των ΑΕΙ, όταν η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο κοστίζει στην Ελληνική οικογένεια πολλούς μισθούς ετησίως για κάθε παιδί και η έξοδος από αυτό δεν προοιωνίζεται βέβαιες επαγγελματικές και κοινωνικές προοπτικές, είναι φυσικό η Ελληνική οικογένεια με παιδιά σχολικής ηλικίας να βρίσκεται σε κατάσταση γενικευμένης ανασφάλειας, τόσο περισσότερο, όσο ασθενέστερη οικονομικά είναι.

 

 

 

σχετικά άρθρα

«Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις» - Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας
«Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις» - Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας
Δείτε αναλυτικά τις διατάξεις του νέου εκπαιδευτικού νομοσχεδίου
«Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις» - Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας