Σοβαρή καταγγελία ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και σειράς ανώτατων θεσμικών, δικαστικών και πολιτικών φορέων κατατέθηκε αναφορικά με τη νομιμότητα και την αξιοπιστία πρόσφατης δημοσκόπησης της εταιρείας Interview. Η καταγγελία, η οποία συνοδεύεται από πλήθος ψηφιακών πειστηρίων και αποδεικτικών στοιχείων, θέτει στο επίκεντρο ζητήματα παραπλάνησης και εξαπάτησης των ψηφοφόρων, ζητώντας την άμεση παρέμβαση των αρμόδιων αρχών για τη διασφάλιση της διαφάνειας στην ενημέρωση.
Βασικός πυρήνας της καταγγελίας αποτελεί η κατάφωρη χρονική αναντιστοιχία ανάμεσα στην επίσημη «ταυτότητα της έρευνας» και την πραγματική διακίνηση των δεδομένων της. Ενώ η εταιρεία δήλωνε ότι η συλλογή των ερωτηματολογίων θα ολοκληρωνόταν στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, τα ψηφιακά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η πλήρης δημοσκόπηση είχε ήδη διαμοιραστεί σε εφαρμογές κινητών από τις 23:58 της 27ης Σεπτεμβρίου, δηλαδή σχεδόν ένα ολόκληρο 24ωρο νωρίτερα.
Η πρόωρη αυτή ολοκλήρωση εγείρει κρίσιμα ερωτήματα μεθοδολογίας και αμεροληψίας, με τους καταγγέλλοντες να θέτουν το ερώτημα εάν τα δημοσιευμένα συμπεράσματα αποτελούν προϊόν πραγματικής έρευνας πεδίου ή εκ των προτέρων καθορισμένων εντολών. Επισημαίνεται μάλιστα ότι η εν λόγω πρακτική έρχεται σε αντίθεση με τον Νόμο 3603/2007, ο οποίος επιβάλλει αυστηρούς κανόνες διαφάνειας, ομοιογένειας και ελέγχου στη διενέργεια των δημοσκοπικών ερευνών.
Πέραν των διοικητικών παραβάσεων, στην καταγγελία υπογραμμίζεται ότι η υπόθεση ενδέχεται να έχει και ποινική διάσταση, παραπέμποντας στο Άρθρο 162 του Ποινικού Κώδικα σχετικά με την εξαπάτηση εκλογέων. Σημειώνεται, μάλιστα, ως επιβαρυντικός παράγοντας το γεγονός ότι η εταιρεία Interview δεν αποτελεί μέλος του επίσημου Συνδέσμου Εταιρειών Δημοσκόπησης και Έρευνας Αγοράς (ΣΕΔΕΑ), γεγονός που την απαλλάσσει από τους εσωτερικούς ποιοτικούς ελέγχους του κλάδου.
Η επίσημη κοινοποίηση της καταγγελίας απευθύνθηκε σε ένα ευρύ φάσμα θεσμικών αποδεκτών, συμπεριλαμβανομένης της Προεδρίας της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Βουλής, του Πρωθυπουργού, του Αρείου Πάγου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, καθώς και σε δημοσιογραφικές ενώσεις όπως η ΕΣΗΕΑ. Στόχος είναι να ελεγχθούν διεξοδικά οι διασυνδέσεις και οι ροές χρηματοδότησης πίσω από τις αναθέσεις των εν λόγω μετρήσεων, οι οποίες –όπως υποστηρίζεται– αξιοποιούνται επικοινωνιακά για τη διαμόρφωση τεχνητών εντυπώσεων στο πολιτικό σκηνικό.